Χειροτονία Διακόνου στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων

Στον Πανίερο Ναό της Αναστάσεως τελέστηκε την Κυριακή, 29 Μαρτίου 2026, Νυχτερινή Θεία Λειτουργία κατά την οποία ο Πατριαρχικός Επίτροπος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καπιτωλιάδος κ. Ησύχιος τέλεσε την εις Διάκονον χειτοτονία του Κορνηλίου Ρουσοχατζάκη, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες εκάρη μοναχός και εντάχθηκε στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα, με απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και με τις ευχές του Μακαριωτάτου Πατριάρχη κ.κ. Θεοφίλου.

Πριν από τη χειροτονία προηγήθηκε η ομιλία του Μητροπολίτη Καπιτωλιάδος κ. Ησυχίου ο οποίος απευθυνόμενος στον νέο Διάκονο, υπογράμμισε την ευθύνη της διακονίας και την ανάγκη ταπείνωσης, πίστης και αφοσίωσης στον Χριστό και την Εκκλησία.

Αναλυτικά η ομιλία του Μητροπολίτη Καπιτωλιάδος κ. Ησυχίου:

“Ἀγαπητέ μοι ὑποδιάκονε π. Κορνήλιε,

Μεγάλη καὶ εὔσημος ὄντως ἡ σήμερον ἡμέρα διὰ σέ, κατὰ σεπτὴν ἀπόφασιν τοῦ φιλοστόργου ἡμῶν Πατρὸς καὶ Πατριάρχου, κ.κ. Θεοφίλου Γ΄, καὶ Συνοδικῇ διαγνώμῃ, καταξιούμενος νῦν τῆς ὑψίστης τιμῆς τῆς εἰς Διάκονον χειροτονίας.

Μὲ περισσείαν ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ὁλοθύμου ἀφοσιώσεως εἰς τὴν Ἁγιωτάτην Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐγκατέλιπες γονεῖς, συγγενεῖς καὶ φίλους, καὶ ἦλθες εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους, προκειμένου νὰ ὑπηρετήσῃς μὲ πάσας σου τὰς δυνάμεις καὶ νὰ ἀφιερώσῃς ὁλόκληρον σεαυτόν εἰς τὰ Πανάγια Σκηνώματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς συνδεόμενα μὲ τὴν ἐπὶ γῆς παρουσίαν τοῦ Λυτρωτοῦ, ἀναβλύζουν ἅμα τὴν χάριν καὶ θείαν δωρεὰν παρέχουσι ποταμοὺς εὐλογίας εἰς τοὺς προσερχομένους ἐν πίστει πρὸς προσκύνησιν.

Ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος τῆς παρουσίας σου ὡς Καθηγητοῦ εἰς τὴν Πατριαρχικὴν Σχολὴν τῆς Σιὼν τοῦ παλαιφάτου ἡμῶν Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων, μὲ περισσὴν αὐταπάρνησιν καὶ ζῆλον ἠράσθης τὸν καλὸν ἀγῶνα («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισμαι», Β΄ Τιμ. 4,7) καὶ ἠγαπήθης ὑπὸ καθηγητῶν καὶ μαθητῶν. Ἐπέδειξας ὑπακοὴν ἀρίστην, προθυμίαν ὑποδειγματικὴν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός σου, σεβασμὸν πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους, ἀγάπην πρὸς τοὺς μικροτέρους, «ἐν καθαρότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι», (Β΄ Κορ. 6,6).

Διὰ τοῦτο, καὶ ὡς ὄντως μικροῦ διαστήματος πληρώσαντος χρόνους μακρούς, ἀξιοῖσαι σήμερον, τῇ χάριτι τοῦ Παναγίου Τάφου, τῆς εἰσδοχῆς σου εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν τῆς Ἱερωσύνης, αὐτὸν τοῦ Διακόνου, ἵνα γένῃ «διάκονος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Τιμ. 4,6), οὐχὶ ἀνθρώποις ἀρέσκων, ἀλλὰ Θεῷ ζῶντι.

Γινώσκω καλῶς τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα συναισθήματα, τὰ ὁποῖα διακατέχουν τὴν εὐγενῆ ψυχήν σου· τὴν χαρὰν καὶ τὴν ἀγαλλίασιν διαδέχονται ὁ φόβος καὶ τὸ δέος, καθότι ἀσφαλῶς συναισθάνῃ τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, ἣν ἀναλαμβάνεις. Ἀλλὰ «ἡ δύναμίς σου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κορ. 12,9), καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ἐλπίδι ἀναπαύου.

Μὴ δειλιᾷς ὅμως, ἀλλὰ θάρσει τῷ εὐεργέτῃ Χριστῷ, Ὃν ἀπὸ τῆς σήμερον λειτουργικῶς θὰ διακονῇς· «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4,13). Μὲ ταπεινὸν φρόνημα ἀντίκρυσον τὸν ἐπὶ Σταυροῦ τὰς χεῖρας τείναντα ἐξ ἀρρήτου φιλανθρωπίας πρὸς τὸ ἀνθρώπινον γένος. Οὗτός ἐστιν ἡ παρηγορία καὶ ἡ δύναμις ἡμῶν· εἰς Αὐτὸν μόνον ἐλπίζομεν· διὰ τοῦτο καὶ προσπάθησον δι’ ὅλης σου τῆς βιοτῆς νὰ ἀκολουθῇς τῷ παραδείγματί Του, ὡς ἀσφαλεῖ τύπῳ καὶ ὑπογραμμῷ τῆς σωτηρίας.

Αἱ ἀσθενεῖς σου δυνάμεις σὲ ἐπηρεάζουν, ὥστε νὰ θεωρεῖς δυσβάστακτον τὸ τόλμημα· ἔχε ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν σου καὶ ἄκουε τὰ ἀλάνθαστα λόγια τοῦ Κυρίου, φιλανθρώπως λέγοντος· «ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι» (Ματθ. 11,30). Καὶ ἔτι, «πιστὸς ὁ καλῶν σε, ὃς καὶ ποιήσει», (Α΄ Θεσσ. 5,24).

Μνήσθητι δέ ὅτι ἡ διακονία σου τελεῖται ἐντός τοῦ μεγίστου μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Κατά τήν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων, ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ σύναξις οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὅπου ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι παρίστανται ὁμοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ ὁρατὰ ἑνώνονται με τὰ ἀόρατα. Διότι, ὡς διδάσκει ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἡ Ἐκκλησία εἰκών ἐστι καὶ τύπος τοῦ παντός, τῶν ὁρατῶν καὶ τῶν ἀοράτων». Καὶ ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ ὥρᾳ, ἔστω καὶ ἐὰν φαινομενικῶς παριστάμεθα ὀλίγοι, λόγω τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ἡ Ἐκκλησία δὲν περιορίζεται εἰς τὰ ὁρατά. Νοερῶς καὶ μυστικῶς συμπαρίσταται ἡ μακαριστὴ μήτηρ σου, ὡς καὶ πάντες οἱ ἀγαπῶντές σε, ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ πανταχοῦ, μετέχοντες τῆς χαρᾶς καὶ τῆς χάριτος τῆς παρούσης στιγμῆς. Οὕτως, ἡ σημερινὴ χειροτονία σου δὲν τελεῖται μόνον ἐνώπιον τῶν παρόντων, ἀλλὰ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς, ὡς μυστήριον ἑνότητος καὶ χάριτος.

Διὰ τοῦτο πρόσελθε ἐν νηφούσῃ διανοίᾳ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ συντετριμμένῃ καρδίᾳ, ἵνα λάβῃς ὑπὸ τὰς ἀναξίας μου χεῖρας τὴν χάριν τοῦ Πανσθενουργοῦ Παναγίου Πνεύματος, τοῦ διέποντος καὶ διαφυλάσσοντος τὴν στρατευομένην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, «ἵνα ἀναστρέφῃ ὡς πρέπει ἐν οἴκῳ Θεοῦ», (Α΄ Τιμ. 3,15).

Αἱ εὐχαὶ τοῦ Μακαριωτάτου ἡμῶν Πατρὸς καὶ Πατριάρχου, τῶν μελῶν τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ πάντων τῶν Ἁγιοταφιτῶν ἀδελφῶν σου, σὲ συνοδεύουσι πάντοτε, ἰδίᾳ δὲ κατὰ τὴν εὔσημον ταύτην καὶ ἱερὰν στιγμήν τῆς ζωῆς σου.

Εὔχομαι ὅπως ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου καὶ Ζωοδόχου Τάφου τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ σὲ διαφυλάττῃ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου, καὶ σε καταστήσῃ «τύπον τῶν πιστῶν» (Α΄ Τιμ. 4,12), εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ οἰκοδομὴν τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας”.

Στη συνέχεια ακολούθησε ο λόγος του π. Κορνηλίου, λίγο πριν από τη χειροτονία του, ο οποίος εξέφρασε βαθιά ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και όσους τον στήριξαν, κάνοντας αναφορά στο νόημα της διακονίας και δηλώνοντας την απόφασή του να υπηρετήσει με ταπείνωση και αγάπη.

Αναλυτικά ο λόγος του π. Κορνηλίου:

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» Μκ. 8, 34.

Σεβασμιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Σεβαστοὶ Πατέρες τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητας,

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Ὁ προαναφερθεὶς Καινο -Διαθηκικός στίχος μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ κάλεσμα στὴν αὐταπάρνηση καὶ στὴν ἑκούσια ἀνάληψη τοῦ προσωπικοῦ σταυροῦ. Ἡ ἱερωσύνη ὡς ἔκφραση αὐτῆς τῆς κλήσης εἶναι δῶρο τῆς θείας Χάριτος καὶ ταυτόχρονα εὐθύνη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σεσαρκωμένη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸ κεντρικὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ἀποκαλύψης. Ὁ ἄναρχος Λόγος τοῦ Θεοῦ, «μορφὴν δούλου λαβὼν» (Φιλ. 2, 7), εἰσέρχεται στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ὄχι ὡς κριτὴς ἀλλὰ ὡς Σωτήρας. Ὅπως ἔχει σημειωθεῖ, ἡ Ἐνσάρκωση δὲν ἀποτελεῖ μόνο ἱστορικὸ γεγονὸς, ἀλλὰ ἡ ὀντολογικὴ ἀνακαινίση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ δυνηθεῖ νὰ γίνει κατὰ χάριν Θεός. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ θεουργός δύναμη ποὺ μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο ἐκ τῶν ἔσω, τὸν ἀνασύρει ἀπὸ τήν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν κοινωνία μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ διακονία ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν εἶναι φιλανθρωπία ἀνθρωπίνης προέλευσης, ἀλλὰ συνέχεια τῆς ἴδιας τῆς κενωτικῆς πράξης τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κόσμο. Ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς μαθητὲς Του νὰ γίνουν οἱ ἀπόστολοι αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀγάπης. Νὰ θέτουν τὸν ἑαυτὸ τους στὴ διακονία τοῦ ἄλλου, νὰ φέρουν τὸ φορτίο τοῦ συνανθρώπου τους ὡς δικὸ τους φορτίο καὶ νὰ βλέπουν στὸ πρόσωπο τους τὴν εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Καθὼς τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐξαντλοῦνται στὰ ὅρια τῆς εὐχαριστιακῆς καὶ λειτουργικῆς ζωῆς, ἀλλὰ συνεχίζονται στὴ ζωή, στὴ σχέση, στὴν κοινωνία τῶν προσώπων, ἐκεῖ ὅπου ὁ καθένας γίνεται γιὰ τὸν ἄλλον τόπος Θεοφανείας καὶ «ἐκκλησία» μετὰ τὴν Ἐκκλησία.

Σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται καὶ ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς ἱερωσύνης, ὁ βαθμὸς τοῦ διακόνου, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ τὴν αὐθεντικὴ μετοχὴ στὸ μυστήριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Ὅπως ἀναδεικνύεται καὶ στὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ διακονία φανερώνει τὸν ἴδιο τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος ἀγάπης καὶ προσφορᾶς. Ὁ διάκονος καλεῖται νὰ καταστεῖ ζωντανὴ εἰκόνα αὐτῆς τῆς κενωτικῆς ἀγάπης, ὑπηρετώντας «οὐχ ἵνα διακονηθῇ, ἀλλ’ ἵνα διακονήσῃ», κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ θέση τοῦ πλησίον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου ἀποτελεῖ εὐθύνη ποὺ ἀπαιτεῖ πνευματικὴ ἐγρήγορση καὶ βαθειὰ ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς. «Οὐκ ἔστιν ἁπλῶς ἀνθρώπων διοίκησις, ἀλλὰ ψυχῶν ἐπιμέλεια», τονίζει ὁ ἱερὸς Πατέρας, ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἀκόμη καὶ στὸν πρῶτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης, ὁ λειτουργὸς μετέχει στὴν εὐθύνη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ὁ διάκονος, συνεπῶς, καλεῖται νὰ γίνει φορέας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀγάπης καὶ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ, ἰδίως μέσα ἀπὸ τή φιλανθρωπία, τή στηρίξη τῶν ἀδυνάτων καὶ τήν μαρτυρία ἑνὸς βίου ταπείνωσης καὶ αὐταπάρνησης.

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ διακονία ἀναδεικνύεται ἤ ἑρμηνεύεται ὡς ἡ σταυρικὴ πορεία, σὲ διαρκῆ ἀπέκδυση τοῦ ἐγὼ καὶ σὲ προσφορὰ πρὸς τὸν ἄλλον. Ὁ χειροτονούμενος διάκονος εἰσέρχεται σὲ μία ζωὴ εὐθύνης καὶ θυσίας, ὅπου κάθε πράξη καὶ κάθε λόγος ἀποκτοῦν ἐκκλησιολογικό καὶ σωτηριολογικό βάθος: «Οἱ τὰς ψυχὰς πεπιστευμένοι μείζονα λόγον ἀποδώσουσιν» καὶ αὐτὴ ἡ συνείδηση καθιστᾶ τή διακονία μία διαρκῆ κλήση πρὸς ἁγιασμό, διακονία καὶ ἀγάπη, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας.

Μὲ φόβο Θεοῦ, βαθειὰ συγκινήση καὶ αἴσθηση τῆς ἀναξιότητάς μου, στέκομαι σήμερα ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου, στὸν ἱερὸ αὐτὸν τόπο, ὅπου βρίσκεται ὁ Ζωηφόρος καὶ Πανάγιος Τάφος τοῦ Κυρίου μας. Ἐδῶ, στὸ σημεῖο ὅπου ὁ θάνατος καταπατήθηκε ἀπὸ τὸν ζωοδότη Χριστὸ καὶ ἀνέτειλε τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης ἀπὸ τὸν κενὸ Τάφο, ἡ Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, μὲ ἀξιώνει νὰ λάβω τὸν πρῶτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης. Ἡ μεγάλη αὐτὴ τιμὴ μὲ γεμίζει εὐγνωμοσύνη ἀλλὰ καὶ ἱερὸ δέος, καὶ ἐντὸς τῆς καρδιᾶς μοῦ ἀντηχεῖ ὁ λόγος τοῦ Ψαλμωδοῦ:

 «Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι»;

Eὐγνωμονῶ Τὸν ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ γιὰ τήν μακροθυμία Του, γιὰ τὴν ἄμετρη εὐσπλαγχνία Του, γιὰ τή φιλανθρωπία Του, γιὰ ὅλες τὶς δωρεὲς καὶ εὐεργεσίες Του στὴ ζωὴ μου.

Τὸν εὐχαριστῶ διότι, παρὰ τὴν ἀναξιότητά μου καὶ τὰ ὅποια σχέδια εἶχα κατὰ νοῦ, μὲ ἔφερε μὲ τρόπο θαυμαστὸ στὴν Ἁγία Γῆ, μοῦ χάρισε τὴν εὐλογία νὰ διακονῶ στὴ Σχολὴ τῆς Ἁγίας Σιών. Ὅπως ἄλλωστε μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ὃς γνώσεται τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ»  καὶ ἀκριβῶς σὲ αὐτὴ τὴν ἀγνωσία κρύβεται ἡ μεγαλύτερη εὐλογία νὰ ἐμπιστεύεσαι τὴν πορεία σου στὴ θεία Πρόνοια.

Ὑμνῶ τὴν ἀγαθότητά Του, καθὼς ἔφερε στὸ δρόμο μου, μὲ τρόπο ἀνεπανάληπτο, σὲ μία στιγμὴ ἀνθρωπίνης ἀπογοήτευσης, τὸν Ὁσιολογιώτατο π. Βασίλειο, Σχολάρχη καὶ πλέον ἀδελφό, καὶ μέσω ἐκείνου μοῦ χάρισε τὰ εὐλογημένα παιδιά, τοὺς μαθητές, ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς καθηγητὲς τῆς Σχολῆς.

Εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ καὶ Σωτήρα ἡμῶν ποὺ μὲ ἀξιώνει νὰ λάβω τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης στὸ κέντρο τῆς γῆς, στὸν Πανάγιό Σου Τάφο.

Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τοὺς ὑπέροχους γονεῖς ποὺ μοῦ χάρισε. Τήν μακαριστὴ μητέρα μου, Ζαχαρένια, καὶ τὸν ἀγαπημένο μου πατέρα, Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι μὲ γαλούχησαν ἀπὸ μικρὸ παιδὶ μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθόδοξης πίστης καὶ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς Ἐκεῖνον, πρὸς τὴν Ἐκκλησία Του καὶ πρὸς τὸ συνάνθρωπο.

Τὸν εὐγνωμονῶ, ἐκ βάθους καρδίας, γιὰ τὸν πολυαγαπημένο μου ἀδελφὸ, ποὺ μοῦ χάρισε ὡς ἕνα ἀνεκτίμητο δῶρο στὴ ζωὴ μου, τὸ Μανωλάκη μου.

Εὐχαριστῶ τὸν Ἅγιο Θεὸ γιὰ ὅλους τοὺς συγγενεῖς, τὴν ἀνάδοχό μου, ἀλλὰ καὶ τοὺς φίλους ποὺ μοῦ ἔχει χαρίσει, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν στήριγμά μου στὰ εὔκολα καὶ στὰ δύσκολα. Αἰσθάνομαι ὅτι νοερὰ βρίσκονται ὅλοι ἐδῶ τούτη τὴν ὥρα.

Τὸν εὐγνωμονῶ βαθιὰ γιὰ τὴν ἐνορία, ποὺ μὲ ἀξίωσε ἀπὸ μικρὸ παιδὶ νὰ διακονῶ, τὴν Ἐνορία Μοχοῦ καὶ τὸν Προϊστάμενο αὐτῆς, τὸν π. Ἐμμανούηλ, γιὰ τὸν πρῶτο μου πνευματικὸ πατέρα, τὸν μακαριστὸ Γέροντα Ἀρσένιο, τὸν Γέροντα Εὐφραίμ Βατοπαιδινό καὶ τὸν Γέροντα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γουβερνέτου στὰ Χανιά, Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Εὐμενείας κ. Εἰρηναῖο, ἀλλὰ καὶ τὸν μετέπειτα ἕως σήμερον πνευματικὸ μου πατέρα, π. Νικόλαο, ποὺ συνώδευσαν τὴν πορεία μου καὶ καλλιέργησαν μὲ προσοχὴ καὶ καρτερία αὐτὸν τὸν πόθο γιὰ τὴν ἱερωσύνη.

Νιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὴν εἰλικρινῆ μου εὐγνωμοσύνη γιὰ ὅλους τοὺς δασκάλους καὶ καθηγητὲς κάθε βαθμίδας. Ἰδιαίτερα στοὺς πανεπιστημιακοὺς καθηγητὲς τῶν Σχολῶν Μαθηματικῶν καὶ Ἰατρικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης καὶ ἰδιαιτέρως στὶς κ. Τσιλιγιάννη καὶ κ. Τόλια, οἱ ὁποῖες μὲ τὶς παροτρύνσεις τους ἀναθέρμαναν ἐντὸς μου τὸν πόθο γιὰ τή διττὴ διακονία τοῦ ἀνθρώπου, σωματικὰ καὶ πνευματικά, καθὼς καὶ στοὺς καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καὶ ἰδιαιτέρως στοὺς Καθηγητὲς π. Ἀθανάσιο Γκίκα, κ. Πασχαλίδη καὶ κ. Τσίγκο, τῶν ὁποίων ἡ στηρίξη καὶ ἡ καθοδήγηση ὑπῆρξαν φωτεινοὶ ὁδηγοὶ στὴν ἀκαδημαϊκὴ μοῦ πορεία.

Ὅμως θὰ ἦταν ἄδικο καὶ ἀνακριβὲς νὰ ἀποδώσω τὰ εὔσημα ἀποκλειστικὰ στὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια. Ὅ,τι κατόρθωσα, τὸ κατόρθωσα μὲ τή Χάρη καὶ τή δύναμη τοῦ Κυρίου μας, καθὼς στεκόταν δίπλα μου, στήριγμα καὶ ἀρωγὸς σὲ κάθε στιγμὴ δοκιμασίας. Αὐτὸς μοῦ χάρισε ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, ἐνίσχυσε τὸ νοῦ μου στὶς ἀδυναμίες καὶ φώτισε τή διάνοιά μου, ὥστε νὰ ἀνταποκριθῶ στὶς ἀπαιτήσεις τῶν σπουδῶν μου.

Σήμερα λοιπόν, ἐνώπιόν Σας Σεβασμιώτατε, ἐναποθέτω στὸν Πανάγιο Τάφο Του, ποὺ ἔλαμψε μὲ τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης, ὡς ἀντίδωρο ὅ,τι Αὐτὸς μοῦ χάρισε.  Τὰ χαρίσματα, τὶς γνώσεις, τήν δύναμη. Τὰ ἐπιστρέφω στὰ χέρια Του, παρακαλώντας Τον νὰ εὐδοκήσει, ὥστε μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ταπεινὰ δῶρα νὰ ὑπηρετήσω πιστὰ καὶ μὲ ταπεινοφροσύνη τὴν Ἁγία Ἐκκλησία Του, εἰς δόξαν τοῦ ὀνόματός Του.

Εὐχαριστῶ τὸν Θεό, διότι μέσα ἀπὸ τὶς δοκιμασίες, πολλὲς φορὲς στὰ ὅρια τῶν δυνάμεών μου, μὲ ἔμαθε βιωματικά πως μόνον Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἀναπαύση καὶ ἀναψυχὴ μας καὶ πως πραγματικὰ ὁ ζυγὸς Του εἶναι χρηστὸς καὶ τὸ φορτίο Του ἐλαφρύ. Καθὼς καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς σημειώνει ὅτι ἡ θλίψη δὲν εἶναι τὸ ἐμπόδιο στὴν πνευματικὴ πορεία ἀλλὰ τὸ κατεξοχὴν μέσον τῆς θέωσης. Μέσα ἀπὸ τή θλίψη ὁ ἄνθρωπος γυμνάζεται στὴν ἀγάπη καὶ ἀνακαλύπτει τὰ βάθη τῆς θείας Προνοίας.

Εὐγνωμονῶ τόν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεό, καθὼς μοῦ χάρισε ἕναν πραγματικὸ Πατέρα, τὸν Μακαριώτατο Πατριάρχη μας, ὁ Ὁποῖος μὲ εἰλικρινῆ ἀγάπη μὲ περιέβαλε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ἐνῶ παράλληλα εὐχαριστῶ καὶ γιὰ τὰ περὶ Αὐτόν τίμια καὶ σεβαστὰ μέλη τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ὁποῖα ὁμοφώνως ἀπεδέχθησαν τὴν εἰσήγηση τοῦ Μακαριωτάτου, μὲ ἀξιώνουν νὰ λάβω τὸν βαθμὸ τοῦ διακόνου στὸν Πανίερο τοῦτο τόπο.

Εὐχαριστῶ ἐσᾶς προσωπικὰ, Ἅγιε Δέσποτα, ὅπου ἀπὸ τὸ τίμιο χέρι σας θὰ λάβω τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, καθὼς καὶ γιὰ ὅλους τοὺς συμπροσευχομένους Ἀρχιερεῖς, Ἱερομονάχους, Ἱεροδιακόνους, Μοναχοὺς καὶ ὅλους τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι παρίστανται σήμερα στὴ χαρὰ τῆς εἰς διάκονον χειροτονίας μου.

Νιώθω ἰδιαίτερα εὐλογημένος, καθὼς αὐτὴ ἡ τιμὴ ἀποτελεῖ γιὰ ἐμένα μεγάλη πνευματικὴ δωρεά, ἀλλὰ συνάμα καὶ βαθειὰ εὐθύνη, ὥστε νὰ σταθῶ ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς τιμητικῆς μοῦ ἔνταξης στὸ Τάγμα τῶν Σπουδαίων, στὴν Ἁγιοταφιτική Ἀδελφότητα.

Ὅταν ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς πρώτους μαθητὲς Του, τοὺς εἶπε: «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ἡ πρόσκληση αὐτὴ συνεχίζεται μέσα στοὺς αἰῶνες καὶ φθάνει μέχρι καὶ τή δικὴ μου ἐλαχιστότητα.

Καὶ σήμερα, ἐνώπιόν Σας, Ἅγιε Δέσποτα, καὶ ἐνώπιον τοῦ Παναγίου καὶ Ζωοδόχου Τάφου τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, ἐδῶ ὅπου ἐνσαρκώθηκε τὸ μέγα μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, παρακαλῶ τὸν Κύριο, Ἐκεῖνον, ποὺ συνέχει τὰ πάντα ἐν ἀγάπῃ καὶ ὁμονοίᾳ καλώντας τοὺς πάντας στὸν ἀμπελῶνα Του, στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆς, στὴν Ἁγία Του Τράπεζα, ὥστε νὰ γίνουμε ὁμοτράπεζοι τῆς χαρᾶς καὶ τῆς Ἀναστάσεως, «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰω. 17, 21) ὅπως μὲ ἀξιώσει νὰ διακονήσω τὴν Ἐκκλησία Του μὲ ταπεινώση, ἀγάπη καὶ ὑπακοή.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἐλπίδα καὶ αὐτὴ τὴν προσδοκία, ἀναλαμβάνω τὸν σταυρὸ τῆς διακονίας, πεποιθώς ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ μὲ κάλεσε θὰ μὲ δυναμώνει σὲ κάθε βῆμα.

Πέρασα θάλασσες καὶ βουνὰ γιὰ νὰ Σὲ διακονήσω!

 Ἔβγαλα τὶς παρωπίδες μου γιὰ νὰ σ’ ὑπηρετήσω!

 Βοήθα με, Χριστὲ μου, μὲ Σένα γιὰ νὰ ζήσω!

 Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν,

 Ἀμήν”.

Η χειροτονία τελέστηκε σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, με την επίκληση της θείας Χάριτος και την ψαλμωδία τροπαρίων. Οι παριστάμενοι πιστοί αναφώνησαν το «Άξιος».

Μετά την απόλυση της Θείας Λειτουργίας, ο νεοχειροτονηθείς παρέθεσε κέρασμα στο γραφείο του Γέροντος Σκευοφύλακος, Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Ιεραπόλεως κ. Ισιδώρου.

Την επόμενη ημέρα επισκέφθηκε το Πατριαρχείο, όπου υπέβαλε τα σέβη του στον Μακαριώτατο Πατριάρχη κ.κ. Θεόφιλο.

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.

Ακολούθησε το ORTHODOXIANEWSAGENCY.gr στο Google News και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις.

Comments are closed.