Η ακαταμάχητη σαγήνη της Κάλλας και 3 ακόμα λόγοι που αποθεώθηκε η «Μήδεια» της Λυρικής -Όσα ζήσαμε στην Επίδαυρο

0

Γιατί η αναβίωση της «Μήδειας» του 1961, από τη θρυλική παραγωγή με την Κάλλας, τον Μινωτή, τη Χορς και τον Τσαρούχη, έκανε όχι απλώς μια μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία, αλλά δημιούργησε την αίσθηση ενός θριάμβου;

Η αναβίωση της «Μήδειας» στην Επίδαυρο αναδημιούργησε την ατμόσφαιρα της παραγωγής του 1961. Το κοινό καθηλώθηκε από τα κλασικά σκηνικά και τα εντυπωσιακά κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, ταξιδεύοντας νοερά στην Ελλάδα μιας άλλης εποχής. Η Ιταλίδα σοπράνο Άννα Πιρότσι προσέφερε μια σύγχρονη και αφαιρετική ερμηνεία της Μήδειας. Αποφεύγοντας τη μίμηση της Κάλλας, παρουσίασε μια μεταμοντέρνα εκδοχή του ρόλου, ποντάροντας στον υπαινιγμό και κερδίζοντας την αποθέωση του κοινού. Ο αμείωτος μύθος της Μαρίας Κάλλας αποτέλεσε ισχυρό πόλο έλξης, προσελκύοντας στην Επίδαυρο πλήθος κόσμου κάθε ηλικίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών νέων. Η γοητεία της παραμένει ακλόνητη, φέρνοντας νέο κοινό κοντά στην όπερα. Η παραγωγή αποτέλεσε προσωπικό θρίαμβο για τον Γιώργο Κουμεντάκη και την Εθνική Λυρική Σκηνή. Παρά το υψηλό ρίσκο της αναβίωσης μιας θρυλικής παράστασης με ελλιπές αρχειακό υλικό, το εγχείρημα στέφθηκε με απόλυτη καλλιτεχνική επιτυχία. Ανεβαίνοντας προς το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, ανάμεσα στο πλήθος του κόσμου, φαινόταν ότι κάτι μεγαλειώδες θα συνέβαινε γύρω μας αυτή τη βραδιά. Τα μάτια της Μαρίας Κάλλας, από τις οθόνες των installation στις παρυφές του δάσους, που ανοιγόκλειναν νωχελικά ακολουθώντας τους ήχους της φωνής της, ήταν σαν τα μάτια ενός αρχαιοελληνικού αγάλματος στημένου σε μεταμοντέρνο ψηφιακό βάθρο. Μια αλλόκοτη γοητεία. Ο κόσμος στεκόταν και κοιτούσε μαγεμένος. Πλησιάζοντας στο θέατρο η πρώτη εικόνα από το σκηνικό έκοβε την ανάσα. Σαν να βρισκόσουν μέσα σε έναν καμβά του Τσαρούχη.

Οι στρατιώτες και ο πολυπληθής χορός πλασιώνουν τους πρωταγωνιστές της «Μήδειας», λίγο πριν την εμφάνιση της Άννας Πιρότσι / Φωτογραφία: G. Antonoglou Όταν οι στρατιώτες, ο πολυπληθής χορός, ο Κρέοντας και ο Ιάσονας, κύκλωσαν την αιθέρια Γλαύκη, με μια δύση πίσω τους μαγευτική να βάφει τον ουρανό χρυσό, η μυσταγωγία είχε ήδη συντελεστεί. Ήταν λες και 10.000 άνθρωποι με την ανάσα κομμένη να ταξιδέψαμε από το 2026 μέσα σε μια χρονοκάψουλα, πίσω στην Ελλάδα του 1961. 

3+1 λόγοι που η «Μήδεια» θριάμβευσε Λίγη ώρα μετά, μέσα στο πλήθος, στο βάθος της σκηνής η Άννα Πιρότσι εμφανίζεται τυλιγμένη μέσα στον χιτώνα της για να μας καθηλώσει με την επιβλητική φωνή της. Μια Μήδεια απολύτως σύγχρονη, που συνομιλεί με το σήμερα, μέσα όμως σ’ ένα κλασικό σκηνικό.

Η διεθνούς φήμης Ιταλίδα σοπράνο Άννα Πιρότσι / Φωτογραφία: A. Simopoulos Αυτό το καλλιτεχνικό twist είναι το πρώτο από τα βασικά κλειδιά που κατά τη γνώμη μας, αυτό το μαγικό πράγμα που παρακολουθήσαμε, ξέραμε από εκείνη κιόλας τη στιγμή ότι γράφει Ιστορία. 

1. Ο μύθος της γενιάς του ’30 και το διακύβευμα της Ελληνικότητας Η «Ελληνικότητα» στην Τέχνη, αίτημα το οποίο συμβάδισε με το κίνημα του Μοντερνισμού στην Ελλάδα και χαρακτήρισε την πολιτισμική ταυτότητα της περίφημης Γενιάς του ’30, υπήρξε σαρωτικό κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, επηρεάζοντας έντονα και τα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά δεν έπαψε ποτέ να ασκεί τη μαγεία του όχι μονάχα στο ελληνικό κοινό, αλλά και σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας δέος ακόμα και σήμερα. Έτσι, το κλασικό σκηνικό και τα αρχαιοπρεπή εντυπωσιακά κοστούμια που δημιούργησε για την θρυλική παραγωγή του 1961 με τη Μαρία Κάλλας ο Γιάννης Τσαρούχης, ένας από τους κύριους εκφραστές της Ελληνικότητας στη Μοντέρνα Τέχνη, εξηγεί γιατί ο κόσμος καθηλώθηκε με την είσοδό του κιόλας μέσα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Στιγμιότυπο από την όπερα «Μήδεια» σε σκηνικό του Γιάννη Τσαρούχη που αναβίωσε η καταξιωμένη Λίλη Πεζανού / Φωτογραφία: A. Simopoulos Κοιτούσες άναυδος το σκηνικό και πίσω του την αιώνια αυτή ομορφιά της δύσης και ήταν λες και γινόσουν μέρος αυτής της Ελληνικότητας, λες και ήσουν κομμάτι αυτού του παράξενου καμβά, ο οποίος έμοιαζε με χωροχρονική πύλη που σε πήγαινε πίσω σε μια άλλη Ελλάδα, στο μεταίχμιο ανάμεσα στην Αρχαία Ελλάδα και στην Ελλάδα του Τσαρούχη, του Μινωτή, του Σεφέρη, της Μαρίας Χορς…

2. Η σπουδαία σοπράνο Άννα Πιρότσι έδωσε μια νέα, δική της μεταμοντέρνα οπτική στη Μήδεια Η Ιταλίδα δραματική υψίφωνος κολορατούρα Άννα Πιρότσι, η οποία είναι μια από τις πιο δημοφιλείς σύγχρονες ντίβες του λυρικού θεάτρου, αναμετρήθηκε με τον μύθο της Κάλλας στην Επίδαυρο και αποθεώθηκε. Δικαίως. Η Πιρότσι δεν μιμήθηκε την Κάλλας, δεν θα μπορούσε άλλωστε να το επιτρέψει η ίδια στον εαυτό της. Το ταλέντο και το εκτόπισμά της είναι τόσο μεγάλο, η εμπειρία της σημαντική και η φωνή της τόσο σκληρά δουλεμένη και μεγαλειώδης, που η επιτυχία ήταν προδιαγεγραμμένη. Θέλει τόλμη και αρετή ταυτόχρονα για να συναγωνιστείς στον τόπο του έναν θρύλο και να καταφέρεις όχι μονάχα να μαγέψεις το κοινό, αλλά και να του προσφέρεις μια δική σου πιο σύγχρονη εκδοχή της Μήδειας.

Η αποθέωση της Πιρότσι από το κοινό στην Επίδαυρο / Φωτογραφία: Giannis Antonoglou Η Πιρότσι ήταν μια Μήδεια που δεν κατέφυγε ερμηνευτικά σε υπερβολές. Η ερμηνεία της ήταν αφαιρετική, μινιμαλιστική, απολύτως σύγχρονη. Μια μεταμοντέρνα Μήδεια που πόνταρε στον υπαινιγμό και στη ρευστότητα των καιρών μας, με θραυσματικούς λυγμούς και χίλια δυο σπασμένα γυαλιά μέσα της από τις τύψεις και τη λύσσα για εκδίκηση, με τα οποία χρωμάτιζε τη φωνή της στις στιγμές της έντασης, αλλά και στις στιγμές της δόλιας στρατηγικής της για να παραμείνει στο παλάτι, ώσπου να ολοκληρώσει τα ζοφερά σχέδιά της. Ήταν μια Μήδεια που στάθηκε στο ύψος της γράφοντας τη δική της ιστορία.

Στο πλάι της, εξαιρετική, και η Ρωσίδα μεσόφωνος Αλίσα Κολοσόβα, η οποία εντυπωσίασε με την ερμηνεία της στο ρόλο της Νέρις, της ακολούθου της Μήδειας. Οι δύο γυναίκες δημιούργησαν ένα εξαιρετικό δίδυμο που έκοβε την ανάσα. 

3. Η αμείωτη σαγήνη της Κάλλας Η γοητεία αυτής της γυναίκας που έγινε θρύλος ενώ ακόμα βρισκόταν εν ζωή, όχι μονάχα δεν εκπίπτει, ούτε χάνει την αίγλη της καθώς ο κόσμος μετασχηματίζεται ραγδαία και οι ταχύτητες της ψηφιακής ζωής και της τεχνολογίας αυξάνονται ιλιγγιωδώς, αλλά αντιθέτως ο μύθος της γίνεται ακόμα πιο ισχυρός. Η Κάλλας στέκει ακλόνητη μέσα στην αθανασία της, αγέρωχη -με την απόκοσμη αρχαιοελληνική ομορφιά της, με τη λυγερή της φιγούρα, τα μεγάλα μάτια και την κατατομή του προσώπου της να θυμίζουν γλυπτό, μα κυρίως με την απόκοσμη φωνή της που όμοια της δεν έχει υπάρξει σε αυτόν τον πλανήτη-, ασκώντας μια μαγική έλξη που φέρνει όλο και περισσότερους νέους ανθρώπους στον κόσμο της όπερας.

Το installation με τη Μαρία Κάλλας, από την έκθεση «Σημείο Κάλλας» σε επιμέλεια του Διονύση Φωτόπουλου, με τα βίντεο του Παντελή Μάκκα / Φωτογραφία: Α. Simopoulos Διόλου τυχαία λοιπόν η Επίδαυρος ήταν γεμάτη από νέα παιδιά, κάθε ηλικίας και από ανθρώπους κάθε γενιάς που ήθελαν να ζήσουν από κοντά τη μαγεία ενός ρόλου που υπήρξε εμβληματικός στην καριέρα της Κάλλας και την αναβίωση μιας οπερετικής παραγωγής που έχει γίνει θρυλική. 

4. Μια επιτυχημένη αναβίωση -Το υψηλό ρίσκο του Κουμεντάκη που έγινε θρίαμβος  Η «Μήδεια» αυτή ήταν μια καλοκουρδισμένη -από κάθε άποψη- παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, αλλά και ένας προσωπικός θρίαμβος του Γιώργου Κουμεντάκη, που επιβεβαιώνει τους λόγους για τους οποίους το υπουργείο Πολιτισμού ανανέωσε τη θητεία του ως καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ. Για όλους εμάς που παρακολουθούμε στενά την πορεία του λυρικού θεάτρου, είναι ευτύχημα το γεγονός ότι ένας σπουδαίος μουσικός βρέθηκε στο τιμόνι της Λυρικής και μαζί με μια πολύ δυνατή και έμπειρη ομάδα, την οδήγησαν σε νέο level, ως άξιο συνομιλητή του διεθνούς κόσμου της όπερας.

Μία από τις πιο δυνατές στιγμές της όπερας: η εμφάνιση της Μήδειας μπροστά στον Ιάσονα, τη Γλαύκη και τον Κρέοντα / Φωτογραφία: Α. Simopoulos Όπως ο ίδιος εξηγεί στο σημείωμά του, στο πρόγραμμα της παράστασης, «η απόφαση να επιστρέψουμε, μετά από πολλές δεκαετίες στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με αυτόν τον τίτλο και αυτή την παραγωγή ίσως να μοιάζει αυτονόητη, αλλά στην ουσία κρύβει μέσα της μεγάλη αγωνία, υψηλό ρίσκο και ιδιαίτερες δυσκολίες λόγω της έλλειψης επαρκούς αρχειακού υλικού για να μπορέσει να δημιουργηθεί με ασφάλεια μια αναβίωσή της».

Η στιγμή της υπόκλισης και η αποθέωση από το κοινό / Φωτογραφία: H. Akriviadis Το ρίσκο, ευτυχώς για όλους εμάς που παρακολουθήσαμε αυτό το σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός, έγινε θρίαμβος. Παρά το γεγονός ότι τα σκηνικά και τα κοστούμια ήταν κλασικά, ο θεατής ένιωθε ότι βλέπει κάτι απολύτως σύγχρονο. Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας επαρκούς ανάγνωσης της παραγωγής του 1961, όχι όμως με όρους απλής νοσταλγίας, αλλά με όρους σύγχρονους. Από κάθε άποψη η παραγωγή αυτή γράφει Ιστορία και ανοίγει νέους δρόμους για την σωστή πολιτισμική και εμπορική αξιοποίηση τόσο της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, αλλά και του αιτήματος της Ελληνικότητας που μας κληροδότησε η γενιά του ’30.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ «Πέδρο Πάραμο»: Το αριστούργημα όπου βασίζεται η ταινία του NetflixΔιαβάσαμε το νέο βιβλίο του Πέδρο Αλμοδόβαρ με 12 αδημοσίευτες ιστορίες που φωτίζουν ποιος πραγματικά είναιΤζωρτζ Στάινερ, νέο βιβλίο: «Ζούμε ένα μακρύ Σάββατο αναμονής. Θα γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα Κυριακή; Αμφίβολο» Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.