Δέκα χρόνια μετά τη λειτουργία του, το Μουσείο Αρχαίας Ελεύθερνας έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ο πολιτισμός μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης για μια περιοχή.
Πίσω από αυτή τη διαδρομή βρίσκεται το πολυετές έργο του καθηγητή Νίκου Σταμπολίδη, ο οποίος αφιέρωσε τέσσερις δεκαετίες στην ανασκαφική έρευνα της αρχαίας πόλης, μετατρέποντας την Ελεύθερνα σε διεθνές σημείο αναφοράς για την αρχαιολογία, τον πολιτισμό και τη σύγχρονη δημιουργία.
Η περίπτωση της Ελεύθερνας ξεπερνά τα όρια ενός αρχαιολογικού μουσείου. Συνδέει την επιστημονική έρευνα με την εκπαίδευση, τον πολιτισμό με τον τουρισμό και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της ενδοχώρας της Κρήτης.
Όπως υπογραμμίζουν οι άνθρωποι που συνέβαλαν στη δημιουργία και την πορεία του εγχειρήματος, τα σύγχρονα μουσεία δεν αποτελούν πλέον απλώς χώρους φύλαξης και έκθεσης αρχαιοτήτων.
Λειτουργούν ως ζωντανοί οργανισμοί που παράγουν γνώση, προσελκύουν επισκέπτες, δημιουργούν ευκαιρίες για τις τοπικές κοινωνίες και ενισχύουν την εξωστρέφεια των περιοχών όπου αναπτύσσονται.
Στο περιθώριο των εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση δέκα χρόνων λειτουργίας του Μουσείου Αρχαίας Ελεύθερνας και με αφορμή την επικείμενη ανακήρυξή του ως επίτιμου δημότη Ρεθύμνης, ο Νίκος Σταμπολίδης μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τη βαθιά προσωπική σχέση που ανέπτυξε με τον τόπο.
«Θυμάμαι τον Καζαντζάκη που έλεγε: έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισό σου και μπες μέσα του. Εγώ βρήκα ζωγραφισμένα τη φύση της Ελεύθερνας και τους θεούς της και πήρα τα δικά μου πινέλα, προσθέτοντας τον δικό μου παράδεισο στην ίδια την Ελεύθερνα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Για τον ίδιο, η ανασκαφή δεν αποτέλεσε μόνο επιστημονική έρευνα αλλά και μια βαθιά προσωπική διαδρομή.
«Ήταν ένα δώρο ζωής» «Σκάβοντας την Ελεύθερνα, ουσιαστικά έσκαβα τον εαυτό μου. Ήταν ένα δώρο ζωής», σημείωσε, προσθέτοντας ότι εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τι μπορεί να κάνει κανείς για τον εαυτό του, αλλά τι αφήνει πίσω του για τους άλλους.
Όπως τόνισε, η ύπαρξη ενός σκοπού αποτελεί προϋπόθεση δημιουργίας και προσφοράς. «Αν δεν ποθήσεις να έχεις έναν σκοπό, είναι σαν να μην έχεις ζήσει. Έρχεσαι και φεύγεις χωρίς να αφήνεις τίποτα πίσω σου».
Αναφερόμενος στη διαδρομή των σαράντα χρόνων ανασκαφών, στάθηκε ιδιαίτερα στη μετάδοση της γνώσης στις νεότερες γενιές.
«Από την Ελεύθερνα πέρασαν εκατοντάδες νέοι άνθρωποι. Κάποιοι από αυτούς πήραν παραδείγματα και θα συνεχίσουν. Η συνέχεια είναι το ουσιαστικό στοιχείο της προόδου. Κάθε γενιά πρέπει να γίνεται καλύτερη από την προηγούμενη», ανέφερε.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ακόμη και σε περιόδους κρίσεων, πολέμων και αναταράξεων, ο πολιτισμός παραμένει σημείο αναφοράς και ελπίδας.
«Δεν πρέπει να πτοούμαστε. Πρέπει να συγκεντρώνουμε όλο και περισσότερους ανθρώπους γύρω από τον πολιτισμό», είπε.
Ερωτηθείς τι σημαίνει για τον ίδιο η Ελεύθερνα σήμερα, απάντησε με μια φράση που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του για τον χώρο. «Η Ελεύθερνα είναι το λυχνάρι πάνω στο τραπέζι για να φωτίζει. Δεν είναι κάτω από το τραπέζι».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην επικείμενη ανακήρυξή του ως επίτιμου δημότη Ρεθύμνης, μια τιμή που, όπως παραδέχθηκε, τον συγκινεί ιδιαίτερα.
«Είμαι από τα Χανιά, όμως αγάπησα το Ρέθυμνο και την Ελεύθερνα από τα δεκαπέντε μου χρόνια. Περνώντας τότε από την περιοχή είπα πως όταν γίνω αρχαιολόγος θα έρθω να σκάψω εδώ. Μπορεί να ακούγεται μεταφυσικό, όμως έγινε πραγματικότητα», ανέφερε.
Θυμήθηκε μια συνάντηση που είχε το 1996 στο Λονδίνο με τη σύζυγο του Βρετανού αρχαιολόγου Humfry Payne, ο οποίος είχε επιχειρήσει να ανασκάψει την Ελεύθερνα στις αρχές του 20ού αιώνα.
«Μου είπε ότι ο τόπος δεν ήθελε να σκαφτεί από ξένα χέρια αλλά από ελληνικά. Αυτό μου έκανε τεράστια εντύπωση και δεν το ξέχασα ποτέ», σημείωσε.
Όπως εξήγησε, αισθάνεται ότι η Ελεύθερνα και το Ρέθυμνο τον αγκάλιασαν αυτά τα χρόνια και ότι ο ίδιος ανταπέδωσε δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του.
«Οι φίλοι επιλέγουν ο ένας τον άλλον. Έτσι έγινε και με μένα και αυτόν τον τόπο», είπε χαρακτηριστικά.
Ο καθηγητής τόνισε ότι, παρά τις σημαντικές διακρίσεις που έχει λάβει από την ελληνική πολιτεία και άλλες χώρες της Μεσογείου, η συγκεκριμένη τιμή έχει ξεχωριστή σημασία.
«Αυτή είναι ίσως η πιο συγκινητική. Ένας μικρός τόπος σε παρακολουθεί επί σαράντα χρόνια. Βλέπει αν εργάζεσαι με την καρδιά σου, αν είσαι αληθινός. Αυτή είναι μια τιμή ζωής, όχι μια τιμή της στιγμής», ανέφερε.
Η λειτουργία του Μουσείου Αρχαίας Ελεύθερνας συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση της διεθνούς αναγνωρισιμότητας του αρχαιολογικού χώρου, δημιουργώντας νέες προοπτικές για τον πολιτιστικό τουρισμό στην ενδοχώρα του Ρεθύμνου.
Η αύξηση της επισκεψιμότητας, η ανάπτυξη τοπικών επιχειρήσεων και η ένταξη της Ελεύθερνας στον χάρτη των σημαντικών πολιτιστικών προορισμών της χώρας αποτελούν απτά αποτελέσματα αυτής της πορείας.
Την ίδια στιγμή, η εμπειρία της Ελεύθερνας αναδεικνύει τον αυξανόμενο ρόλο των μουσείων στη βιώσιμη ανάπτυξη, σε μια περίοδο κατά την οποία οι προορισμοί αναζητούν τρόπους να διαφοροποιήσουν το τουριστικό τους προϊόν και να προσφέρουν εμπειρίες που συνδέονται με την ιστορία, την ταυτότητα και τον πολιτισμό κάθε τόπου.
«Δεν ωφελείται μόνο η Ελεύθερνα. Ωφελείται ολόκληρος ο Μυλοπόταμος, οι Μαργαρίτες, το Αρκάδι, το Ρέθυμνο, η Κρήτη και συνολικά ο ελληνικός πολιτισμός. Η Ελεύθερνα είναι η απόδειξη ότι η Κρήτη συνέχισε να δημιουργεί πολιτισμό και μετά την πτώση των μινωικών και μυκηναϊκών κέντρων. Είναι από τα σημεία όπου διαμορφώθηκε η αυγή του ελληνικού πολιτισμού», κατέληξε ο Νίκος Σταμπολίδης.
ΑΠΕ – ΜΠΕ
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο