Τραγωδία στα Τέμπη: Ποιες πράξεις και παραλήψεις οδήγησαν στην αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο

0

Δυσχέραναν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων – Δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί Οι πράξεις και οι παραλείψεις που οδήγησαν στην αλλοίωση του χώρου της τραγωδίας του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών με τους 57 νεκρούς και τους 32 τραυματίες περιγράφονται στις 203 σελίδες του βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου με το οποίο παραπέμπονται στο Ειδικό Δικαστήριο συνολικά πέντε πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο πρώην υφυπουργός, Χρήστος Τριαντόπουλος.

Οι ανώτατοι δικαστές στο αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα τους κρίνουν πως ο πρώην υφυπουργός, ο τότε περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός, ο πρώην Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Βασίλης Παπαγεωργίου, ο επικεφαλής στον τόπο του συμβάντος της ελληνικής αστυνομίας Αγάπιος Χαρακόπουλος, και ο Ευάγγελος Φαλάρας, επικεφαλής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας χωρίς να ζητήσουν την άδεια των αρμόδιων δικαστικών αρχών ενήργησαν από κοινού και κατά παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων συναποφασίζοντας τον καθαρισμό του χώρου ενώ ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί η έρευνα και δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί. Το αποτέλεσμα σύμφωνα με το βούλευμα ήταν να αλλοιωθεί ο «χώρος του δυστυχήματος – εγκλήματος και του πέριξ αυτού χώρος».

«Δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων» Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα σκοπός των κατηγορούμενων «δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προέκυπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα με αφορμή βιοτικό συμβάν του προαναφερθέντος σιδηροδρομικού δυστυχήματος – εγκλήματος, προς τον σκοπό, αφενός μεν βλάβης του κράτους και δη της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αφετέρου δε προσπορισμού παράνομου ηθικού οφέλους στους υπαίτιους των διερευνώμενων αδικημάτων, που συνίσταται στη μη έγκαιρη και ουσιαστική αξιοποίηση του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού και των ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων που υπήρχαν στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος, δοθέντος μάλιστα ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών, η αναζήτηση ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων, καθώς και η συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, ενώ ακόμη δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία (θύματα) υπήρχαν και αγνοούμενοι και εν τέλει παρέμεινε αγνοούμενη η επιβάτιδα Εριέττα Μόλχο».

Οι δικαστές σημειώνουν πως η συμπεριφορά των κατηγορούμενων «ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να προκαλέσει βλάβη στη λειτουργία της δικαιοσύνης και να περιποιήσει το πιο πάνω όφελος, αφού σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από αυτούς με τέτοιο τρόπο, δια της απομάκρυνσης αυθαίρετα από το σημείο συντριμμιών των συγκρουσθεισών αμαξοστοιχιών και σωρών αδρανών υλικών που περιείχαν πειστήρια (προσωπικά αντικείμενα των επιβατών και συντρίμμια υπολείμματα των αμαξοστοιχιών και των συστημάτων τους), αλλά και εκμεταλλεύσιμο βιολογικό υλικό, που ήταν εξαιρετικά χρήσιμο για την ταυτοποίηση κάποιων εκ των θυμάτων του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος, ώστε επέφερε πράγματι αλλοιώσεις στον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος, ικανές και πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές, καθώς και τη ματαίωση της εξασφάλισης των ιχνών του εγκλήματος».

Μαρία Ζαχαροπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.