Ο Γκανέζος-Βρετανός αρχιτέκτονας και ιδρυτής της ομώνυμης εταιρείας σε Λονδίνο, Άκρα και Νέα Υόρκη μιλά στο iefimerida και απαντά στο γρίφο επενδύσεις-τουρισμός-περιβάλλον, εκτιμά την εξέλιξη της TN στην αρχιτεκτονική, κρίνει την αισθητική της Αθήνας και μοιράζεται τον προβληματισμό του γύρω από το πρόσφατο τραγικό περιστατικό έκρηξης κτιρίου στην πιο σημαντική αρχιτεκτονικά περιοχή της Αθήνας, την Πλάκα.
Δε χρειάζεται συστάσεις. Είναι ο άνθρωπος και το δημιουργικό μυαλό πίσω από τα πιο εντυπωσιακά μοντέρνα αρχιτεκτονικά έργα στον κόσμο. Το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού του Smithsonian στην Ουάσινγκτον, το κτίριο Webster στο Λος Άντζελες, ο Καθεδρικός Ναός και πολλά νοσοκομεία στη Γκάνα, το Πανεπιστήμιο Princeton στο Νιου Τζέρσεϊ, η Βιβλιοθήκη και το Κέντρο Εκδηλώσεων Winter Park στη Φλόριντα, το Βρώμικο Σπίτι και το Κέντρο Τέχνης Bernie Grant στο Λονδίνο, αποτελούν ένα απειροελάχιστο δείγμα της δουλειάς του Sir David Adjaye.
Ο διακεκριμένος Γκανέζος-Βρετανός αρχιτέκτονας και ιδρυτής της ομώνυμης εταιρείας σε Λονδίνο, Άκρα και Νέα Υόρκη μίλησε στο iefimerida εν όψει της επίσκεψής του στην Αθήνα και της εκδήλωσης του ΜΙΕΤ στο πλαίσιο των συναντήσεων με προσωπικότητες διεθνούς εμβέλειας από τον χώρο του πολιτισμού.
-Κύριε Adjaye, τι είναι αυτό που βλέπει ένας αρχιτέκτονας που ο υπόλοιπος κόσμος δεν μπορεί να δει;
Οι αρχιτέκτονες εκπαιδεύονται στο να αναζητούν μια σχέση, ένα συσχετισμό, όχι μόνο ανάμεσα σε όσα στέκουν εκεί έξω, αλλά ανάμεσα σε όσα υπήρχαν στο παρελθόν και όσα που θα μπορούσαν να υπάρξουν στο μέλλον. Η αρχιτεκτονική είναι μια ενέργεια που στρέφεται προς το μέλλον. Αναλύουμε διαρκώς τα διαφορετικά επίπεδα ενός χώρου: παρατηρούμε πώς κινούνται οι άνθρωποι μέσα σε αυτόν, πώς μεταβάλλεται το φως κατά τη διάρκεια της ημέρας, πώς συμπεριφέρονται τα υλικά καθώς παλιώνουν και πώς εντάσσεται ένα κτίριο στο τοπίο. Το σημαντικότερο στοιχείο ενός κτιρίου είναι ο ελεύθερος χώρος που αφήνει ως μέρος της πόλης: οι δυνατότητες που βλέπουμε οτι έχει μέσα από ένα σύνολο δεδομένων και συνθηκών και το πως φανταζόμαστε να μετουσιώνεται σε κάτι άλλο.
Ο Sir David Adjaye / Φωτογραφία: Chris Shwagga
«Ακουσα τυχαία έναν έφηβο να λέει στους φίλους του ότι θα έφερνε την κοπέλα του για να συναντηθούν στη βιβλιοθήκη. Για μένα, αυτό ήταν επιτυχία» Συνήθως, εστιάζουμε στον τρόπο με τον οποίο τα κτίρια επηρεάζουν τους ανθρώπους. Εσείς, ωστόσο, τι έχετε μάθει από τους ίδιους τους ανθρώπους; Υπήρξε κάτι που σας έκανε να αλλάξετε τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζετε;
Με ενδιαφέρουν τα κτίρια που χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη γενναιοδωρία, καθώς προσφέρουν στους ανθρώπους τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιούν με τρόπους που ο ίδιος ο αρχιτέκτονας δεν θα μορούσε ποτέ να φανταστεί. Το Idea Store Whitechapel, στο Λονδίνο, ήταν το πρώτο δημόσιο έργο που μου ανατέθηκε. Όταν ολοκληρώθηκε, το επισκέφθηκα μια μέρα και άκουσα τυχαία έναν έφηβο να λέει στους φίλους του ότι θα έφερνε την κοπέλα του για να συναντηθούν στη βιβλιοθήκη. Για μένα, αυτό ήταν επιτυχία. Κατάλαβα ότι είχαμε καταφέρει να ξεπεράσουμε τη βαρετή και αποπνικτική εικόνα που χαρακτήριζε πολλά δημόσια κτίρια εκείνη την εποχή και ότι, πλέον, το κτίριο αποκτούσε τη δική του δυναμική, καθώς είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους.
-Συνεπώς, επιτυχία για έναν αρχιτέκτονα είναι να κάνει ένα κτίριο σύμβολο και ταυτόχρονα μέρος της καθημερινής ζωής των ανθρώπων; Δηλαδή πόλο έλξης μέσα και έξω;
Δεν πιστεύω ότι η επιτυχία μετριέται από το αν ένα κτίριο γίνεται σύμβολο. Ένα κτίριο μπορεί να γίνει εξαιρετικά γνωστό και, παρ’ όλα αυτά, να στερείται ζωής γύρω του. Για μένα, η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή είναι όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να χρησιμοποιούν ένα κτίριο με τρόπους που δεν είχες προβλέψει, όταν συναντιούνται εκεί, συγκεντρώνονται γύρω του ή απλώς αισθάνονται ότι τους ανήκει. Ο στεγασμένος χώρος καθιστικού έξω από το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού, αρχικά σχεδιάστηκε ως μια βεράντα, ένα χώρο σκίασης και μετάβασης, αλλά εξελίχθηκε σε κάτι πολύ παραπάνω από αυτό: Οι άνθρωποι κάθονται εκεί, συναντούν φίλους, περιμένουν ο ένας τον άλλον, συζητούν, ξεκουράζονται και συγκεντρώνονται πριν ή μετά την επίσκεψή τους στο μουσείο. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς να σχεδιάσεις πλήρως εκ των προτέρων.
«Η αρχιτεκτονική δεν μπορεί να θεραπεύσει ένα τέτοιο τραύμα, μπορεί όμως να δημιουργήσει έναν τόπο όπου η μνήμη αποκτά υλική υπόσταση»
Άποψη από το Studio Museum στο Χάρλεμ / Φωτογραφία: Dror Baldinger FAIA Οταν σας ανατίθεται ο σχεδιασμός ενός χώρου που συνδέεται με μνήμες οι οποίες μπορεί να είναι και οδυνηρές, ποιο είναι το πρώτο στοιχείο που λαμβάνετε υπόψη;
Ορισμένα από τα πρώτα έργα μου που αφορούσαν μνημεία και χώρους μνήμης, μεταξύ των οποίων το Μνημείο Cherry Groce και το Stephen Lawrence Centre, σχετίζονταν με τραύματα που ήταν ακόμη εξαιρετικά νωπά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αρχιτεκτονική έχει την ευθύνη να αναγνωρίζει και να αναδεικνύει αυτό το τραύμα. Δεν θα πρέπει να προσπαθεί να το επιλύσει ή να αμβλύνει τον πόνο, αλλά να του δίνει υπόσταση και ορατή παρουσία. Αυτή η προσέγγιση απέκτησε ιδιαίτερη σημασία για μένα όταν σχεδιάσαμε το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού στην Ουάσιγκτον. Η ιστορία με την οποία ασχολούμασταν δεν ανήκε σε ένα μακρινό παρελθόν. Για πολλούς από τους επισκέπτες του μουσείου, αποτελούσε ακόμη ζωντανή μνήμη. Ήθελα το κτίριο να αποπνέει και να μεταφέρει το βάρος αυτής της ιστορίας. Η αρχιτεκτονική έπρεπε να δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να έρθουν αντιμέτωποι με την ιστορία, αντί απλώς να την τοποθετούν στο παρελθόν. Η ίδια φιλοσοφία είναι και για το Κέντρο Μνήμης και Μάθησης για το Ολοκαύτωμα στο κέντρο του Λονδίνου. Η αρχιτεκτονική δεν μπορεί να θεραπεύσει ένα τέτοιο τραύμα, μπορεί όμως να δημιουργήσει έναν τόπο όπου η μνήμη αποκτά υλική υπόσταση, έναν χώρο όπου οι άνθρωποι μπορούν να έρθουν σε επαφή με τα ιστορικά γεγονότα και να κατανοήσουν ότι αποτελούν μέρος του κόσμου στον οποίο ζούμε.
Αποψη από το εξωτερικό του Κέντρου Μνήμης και Μάθησης για το Ολοκαύτωμα στο κέντρο του Λονδίνου / Φωτογραφία: Adjaye Associates
Κέντρο Μνήμης και Μάθησης για το Ολοκαύτωμα στο κέντρο του Λονδίνου / Φωτογραφία: Adjaye Associates Έχετε δηλώσει ότι, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης (AI), οι αρχιτέκτονες κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς αντικείμενο εργασίας και ότι η αρχιτεκτονική μετατοπίζεται προς μια αμιγώς καλλιτεχνική δραστηριότητα. Κατά τη γνώμη σας, πώς θα μπορούσε αυτή η απειλή να εξελιχθεί σε μια μεγάλη ευκαιρία, ιδιαίτερα για την αρχιτεκτονική του μέλλοντος και για τα βιοκλιματικά κτίρια, τα οποία καθίστανται ολοένα και πιο απαραίτητα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης;
Πιστεύω ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα κάνει την αρχιτεκτονική διαδικασία πολύ ευκολότερη και πολύ ταχύτερη. Πολλά από όσα κάνουμε σήμερα απαιτούν τεράστιο όγκο υπολογισμών, όπως η μοντελοποίηση των κλιματικών συνθηκών, η ανάλυση της ηλιακής ακτινοβολίας, του ανέμου, της ενεργειακής κατανάλωσης και των υλικών. Μπορώ να φανταστώ ότι αυτές οι διαδικασίες θα κυριαρχούνται σχεδόν ολοκληρωτικά από την ΤΝ. Οι μηχανές θα μπορούν να αναλύουν απεριόριστες δυνατότητες και να μας υποδεικνύουν πολύ γρήγορα ποια λύση αποδίδει καλύτερα και η αρχιτεκτονική θα παράγεται όλο και περισσότερο από μηχανές. Εάν κάτι μπορεί να διδαχθεί μέσα από έναν τεράστιο όγκο υφιστάμενων αρχιτεκτονικών παραδειγμάτων και στη συνέχεια να αναπαραχθεί, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να το κάνει αποτελεσματικά. Aυτό θα προσδώσει ακόμη μεγαλύτερη αξία σε μια αρχική, πρωτότυπη πρόταση. Δεν εννοώ την πρωτοτυπία απλώς ως δημιουργία κάποιου πράγματος που μοιάζει καινούργιο, αλλά την ανθρώπινη ικανότητα να εντοπίζει μια σύνδεση που δεν υπήρχε πριν, ανάμεσα σε έναν τόπο, έναν πολιτισμό, ένα υλικό, ένα κλίμα, μια μνήμη.
«Το ερώτημα δεν είναι πόσα μπορούμε να χτίσουμε, αλλά τι μπορούμε να χτίσουμε χωρίς να υπονομεύσουμε το μέλλον του τόπου»
Abrahamic Family House / Φωτογραφία: Dror Baldinger FAIA Πόσο δύσκολο είναι να υπάρξει ισορροπία για την ευθύνη του τελικού σχεδίου ανάμεσα στον αρχιτέκτονα, το κράτος, τον χρηματοδότη; Εσείς, προσωπικά, που θα θέτατε τα όρια ανάμεσα στις επενδύσεις, την τουριστική ανάπτυξη και την προστασία ενός τόπου από την κλιματική κρίση;
Η επένδυση και ο τουρισμός δεν αποτελούν απαραίτητα πρόβλημα. Μπορούν να προσφέρουν ζωή, πόρους και υποδομές σε έναν τόπο. Το ερώτημα είναι τι είδους ανάπτυξη δημιουργούμε και ποιες επιβαρύνσεις καλούμε να αντέξει το φυσικό τοπίο. Πρέπει να κοιτάζουμε πέρα από τον χρονικό ορίζοντα μιας επένδυσης και τη διάρκεια ζωής ενός κτιρίου. Ένα κτίριο μπορεί να είναι οικονομικά συμφέρον σήμερα, αλλά τι θα συμβεί σε πενήντα χρόνια, όταν το κλίμα θα έχει αλλάξει; Τι θα συμβεί με το νερό, το τοπίο, τη θερμότητα και τις κοινότητες που ζουν γύρω του; Εάν μια αναπτυξιακή παρέμβαση καταστρέφει ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν εξαρχής έναν τόπο πολύτιμο, τότε έχουμε παρερμηνεύσει την ίδια την έννοια της ανάπτυξης. Το ερώτημα δεν είναι πόσα μπορούμε να χτίσουμε, αλλά τι μπορούμε να χτίσουμε χωρίς να υπονομεύσουμε το μέλλον του τόπου.
Η Βιβλιοθήκη και το Κέντρο Εκδηλώσεων Winter Park στη Φλόριντα / Φωτογραφία: Adjaye Associates Σε μια εποχή κατά την οποία το δυτικό αρχιτεκτονικό πρότυπο των ενεργοβόρων γυάλινων κτιρίων αμφισβητείται εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, θεωρείτε ότι η επιστροφή στις ρίζες της αφρικανικής τέχνης και αρχιτεκτονικής —με την έμφαση στα φυσικά υλικά και μια διαφορετική προσέγγιση του φωτός— μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τη διαμόρφωση μιας νέας αρχιτεκτονικής ταυτότητας σήμερα;
Η Δύση έχει πολλά να διδαχθεί από την αφρικανική αρχιτεκτονική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Μεγάλο μέρος της αρχιτεκτονικής στην Αφρική έχει αναπτυχθεί μέσα από έναν άμεσο διάλογο με τη Γη. Υπάρχει βαθιά κατανόηση της σκίασης, του φυσικού αερισμού, της θερμικής μάζας, της ηλιακής θερμότητας που προσλαμβάνουν τα κτίρια και της ποιότητας του φωτός. Τα υλικά αντιμετωπίζονταν ανέκαθεν ως αναπόσπαστο μέρος ενός συγκεκριμένου τόπου και όχι ως εμπορεύματα που μπορούν να μεταφέρονται οπουδήποτε στον κόσμο. Επί δεκαετίες, η αρχιτεκτονική αφιέρωσε τεράστια προσπάθεια στην τελειοποίηση ενός μοντέλου που βασίζεται στο γυαλί, τον χάλυβα και τον μηχανικό κλιματισμό, και σήμερα οι άνθρωποι αρχίζουν να συνειδητοποιούν το περιβαλλοντικό κόστος αυτού του προτύπου. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής, τα κτίρια εφάρμοζαν ήδη αρχές που σήμερα περιγράφουμε ως βιώσιμο σχεδιασμό, επειδή ήταν αναγκασμένα να ανταποκρίνονται με ευφυή τρόπο στις κλιματικές συνθήκες και στα διαθέσιμα υλικά. Το ζητούμενο είναι αυτό που μπορούμε να διδαχθούμε και πώς μπορούμε να εφαρμόσουμε τη γνώση αυτή στα σύγχρονα κτίρια.
Στην παγκόσμια αγορά τέχνης η αφρικανική τέχνη σημειώνει άνοδο. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, εκτιμάτε ότι θα έχουμε μια «Αφρικανική Αναγέννηση» τα επόμενα χρόνια;
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αφρικανική αρχιτεκτονική γινόταν αντιληπτή διεθνώς μέσα από έναν δυτικό φακό. Οι Αφρικανοί καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες παρουσιάζονταν ως μέλη μιας ενιαίας κατηγορίας, αντί να αναγνωρίζονται ως ξεχωριστές δημιουργικές φωνές μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο και πιο σύνθετο πολιτισμικό τοπίο. Πιστεύω ότι παρατηρείται μια αναγέννηση του ενδιαφέροντος για την αρχιτεκτονική από ορισμένες περιοχές της Αφρικής.
«Με ενδιαφέρει πολύ να εργαστώ στην Αθήνα»
Το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού του Smithsonian στην Ουάσινγκτον / Φωτογραφία: Dror Baldinger FAIA -Η Αθήνα είναι μια πόλη με πολλές ταυτότητες: αρχαιότητα, νεοκλασικισμός, μοντερνισμός, μονοκατοικίες, πολυκατοικίες, άναρχη δόμηση. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτό το «κολάζ»;
Πρόκειται για διαφορετικές στρώσεις που έχουν συσσωρευτεί μέσα στον χρόνο. Η αρχαιότητα συνυπάρχει με τον νεοκλασικισμό, τον μοντερνισμό, την πολυκατοικία και όλα τα άτυπα επίπεδα που σταδιακά προστέθηκαν. Όλα αυτά αφηγούνται ιστορίες για την πόλη. Μας δείχνουν πώς ζούσαν οι άνθρωποι, τι θεωρούσαν σημαντικό, πώς αναπτύχθηκε η πόλη και πώς προσαρμόστηκε στις εκάστοτε συνθήκες. Βρίσκω αυτή την πραγματικότητα πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια πόλη όπου τα πάντα έχουν διαμορφωθεί έτσι ώστε να μοιάζουν σαν να ανήκουν στην ίδια εποχή. Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα είναι που κάνει την Αθήνα τόσο ξεχωριστή.
Πώς θα φανταζόσασταν ιδανικά την ελληνική πρωτεύουσα;
Προσωπικά, θα με ενδιέφερε να αναζητήσω τρόπους ώστε τα διαφορετικά αυτά πεδία να λειτουργούν αρμονικά μεταξύ τους και η πόλη να προσφέρει περισσότερα στους ανθρώπους που ζουν σε αυτήν. Αυτό σημαίνει να επιστρέψουμε σε ορισμένα πολύ απλά πράγματα: περισσότερους δημόσιους χώρους, περισσότερη σκιά, περισσότερα σημεία όπου οι άνθρωποι μπορούν να συναντιούνται, να συγκεντρώνονται και να ξεκουράζονται. Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το επίπεδο του εδάφους, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται και λειτουργεί ο δημόσιος χώρος στο επίπεδο του δρόμου. Πώς μπορεί κανείς να μετακινηθεί μέσα στην πόλη; Πού μπορεί να σταματήσει; Πού μπορεί να καθίσει στη σκιά; Πώς μπορούν οι άνθρωποι με περιορισμένη κινητικότητα να μετακινούνται μέσα σε αυτήν; Για μένα, το μέλλον της Αθήνας δεν αφορά την αφαίρεση των στοιχείων του παρελθόντος, αλλά τη δημιουργία χώρου για ένα νέο πεδίο της καθημερινότητας.
-Εάν σας παραχωρούσαν ένα οικόπεδο στην Αθήνα, με απόλυτη ελευθερία να δημιουργήσετε ό,τι επιθυμούσατε, τι θα σχεδιάζατε;
Η Αθήνα έχει μια εξαιρετικά ιδιαίτερη σχέση με το φως και το κλίμα, γι’ αυτό θα ήθελα η αρχιτεκτονική να συνεργάζεται με αυτές τις συνθήκες και να αξιοποιεί τα χαρακτηριστικά τους. Θα χρησιμοποιούσα υλικά που συνδέονται ουσιαστικά, τόσο φυσικά όσο και πολιτισμικά, με την ίδια την πόλη. Με ενδιαφέρει, ακόμη, η ιδέα των κτιρίων που δεν καθορίζονται απόλυτα από την προκαθορισμένη χρήση τους, αλλά μπορούν να αποκτήσουν δημόσια ζωή, αφήνοντας στους ανθρώπους την ελευθερία να βρουν τους δικούς τους τρόπους να τα χρησιμοποιούν. Επομένως, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός θα βασιζόταν στο τι θα μπορούσε να προσφέρει ένα κομμάτι γης πίσω στην πόλη.
Εχετε κάνει συζητήσεις για να αναλάβετε ένα αρχιτεκτονικό έργο στην Αθήνα το τελευταίο διάστημα;
Με ενδιαφέρει πολύ να εργαστώ στην Αθήνα. Είναι μια πόλη με εξαιρετικό πολιτισμικό βάθος, αλλά και με πολύ σύγχρονα ζητήματα που αφορούν το κλίμα, τον δημόσιο χώρο και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξελιχθεί η πόλη.
«Έχουμε την ευθύνη να φροντίζουμε τα ιστορικά κτίρια ως ζωντανές κατασκευές»
Πρόσφατα, σημειώθηκε ένα τραγικό περιστατικό στην Πλάκα, στην οδό Λυσικράτους, σε μία από τις πιο ξεχωριστές αρχιτεκτονικά γειτονιές στην Αθήνα. Πρόκειται για ένα σημείο που είναι ταυτόχρονα τόπος κατοικίας, τουριστικός προορισμός, χώρος ιστορικής μνήμης και ζωντανό κομμάτι της καθημερινής αστικής ζωής. Ένα παλιό κτίριο κατέρρευσε έπειτα από έκρηξη. Ποιους προβληματισμούς γεννά σε εσάς αυτό το συμβάν και πώς αντιλαμβάνεστε την ευθύνη που έχουμε απέναντι στα παλιά κτίρια και στις υποδομές μιας ιστορικής πόλης, ώστε η διατήρηση της μνήμης να μπορεί να συνυπάρχει με την ασφάλεια και τη σύγχρονη αστική ζωή;
Καταρχάς, οι σκέψεις μου είναι με όλους όσοι επηρεάστηκαν από αυτή την τραγωδία και ιδιαίτερα με όσους υπέστησαν άμεσα τις συνέπειές της. Τέτοια περιστατικά μάς υπενθυμίζουν ότι τα ιστορικά κτίρια αποτελούν και μέρος του παρόντος. Οι άνθρωποι κατοικούν σε αυτά, εργάζονται μέσα σε αυτά, τα μεταβάλλουν και τα προσαρμόζουν στις ανάγκες τους. Έχουμε την ευθύνη να τα φροντίζουμε ως ζωντανές κατασκευές. Ένα ιστορικό κτίριο πρέπει να μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής, αλλά κάθε αλλαγή πρέπει να γίνεται με επίγνωση όσων ήδη υπάρχουν: δομής, υλικών, ιστορίας και συσχέτισης με την ευρύτερη πόλη. Υπάρχει επίσης μια ιδιαίτερη ευθύνη που συνοδεύει την εργασία σε μια ιστορική πόλη: Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν αφορούν μόνο το κτίριο του εκάστοτε ιδιοκτήτη, αλλά επηρεάζουν ένα τμήμα μιας πολύ ευρύτερης αστικής μνήμης. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι η ασφάλεια και η διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς είναι αντικρουόμενοι στόχοι. Ο καλύτερος τρόπος για να διατηρήσεις ένα κτίριο είναι να το κρατήσεις ζωντανό. Να βρίσκεις δηλαδή τους τρόπους να το επισκευάζεις, να το προσαρμόζεις και να το αναβαθμίζεις ώστε να ανταποκρίνεται στα σύγχρονα πρότυπα, διατηρώντας παράλληλα εκείνα τα στοιχεία που του προσδίδουν νόημα και αξία. Λέω, μερικές φορές, ότι η αρχιτεκτονική είναι μια πράξη, μια ενέργεια που στρέφεται προς το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα αρχείο της αστικής ζωής. Μια ιστορική πόλη όπως η Αθήνα πρέπει να είναι αρκετά ασφαλής ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να ζουν σε αυτήν, αλλά και αρκετά ζωντανή ώστε να συνεχίζει να γράφει ιστορία.
Abrahamic Family House / Φωτογραφία: Dror Baldinger FAIA Λίγα λόγια για τον Sir David Adjaye:
Γεννήθηκε στο Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας από Γκανέζους γονείς. Ο πατέρας του ήταν Γκανέζος διπλωμάτης, γεγονός που έκανε την οικογένεια να ζήσει σε διάφορες χώρες (Τανζανία, Αίγυπτο, Υεμένη, Λίβανο). Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Λονδίνο όταν εκείνος ήταν 9 ετών. Εκεί μεγάλωσε, σπούδασε αρχιτεκτονική και τελικά ίδρυσε το γραφείο του.
Το 2017 χρίστηκε ιππότης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ και συμπεριλήφθηκε στη λίστα του περιοδικού TIME με τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο. Το 2021 τιμήθηκε με το RIBA Royal Gold Medal, μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις της βρετανικής αρχιτεκτονικής για το σύνολο της προσφοράς του στον κλάδο. Το 2022 έγινε μέλος στο Order of Merit, ενώ έχει επίσης τιμηθεί με το Crystal Award του World Economic Forum για τη συμβολή του στις κοινότητες, τις πόλεις και το περιβάλλον.
Δημόσια συζήτηση με τον Γιώργο Αρχιμανδρίτη στο πλαίσιο των συναντήσεων με προσωπικότητες διεθνούς εμβέλειας από τον χώρο του Πολιτισμού που κάνει το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) στις 7 Οκτωβρίου (Ιδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, 19.00). Η συνάντηση εντάσσεται στον κύκλο του ΜΙΕΤ «Συναντήσεις με προσωπικότητες διεθνούς εμβέλειας από τον χώρο του πολιτισμού» και βασικός άξονας είναι το πώς ένα κτίριο μπορεί να υπερβαίνει τη λειτουργία του και να αποκτά ευρύτερη κοινωνική και πολιτιστική σημασία. Δ
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο