
Δεκαετίες πριν η ελληνική κοινωνία αρχίσει να μιλά για διαφορετικότητα, ο Γιώργος Μαρίνος είχε δηλώσει ότι είναι ομοφυλόφιλος και συνέχισε να γεμίζει μπουάτ, θέατρα, τηλεοπτικά στούντιο. Με ταλέντο, σαρκασμό και μια σπάνια αίσθηση ελευθερίας που εμψύχωσε χιλιάδες να είναι ειλικρινείς και να ακολουθήσουν τον δρόμο που επιθυμούν.
Στην Ελλάδα υπάρχει μια επίμονη συνήθεια να μιλάμε για το παρελθόν σαν να ήταν πολύ πιο σκοτεινό από το παρόν όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα. Σαν να ζούσαν τότε οι άνθρωποι σε μια χώρα ασφυκτική, ενώ εμείς σήμερα σε μια κοινωνία απολύτως άνετη, ανεκτική, φωτισμένη. Η αλήθεια είναι λιγότερο κολακευτική, κυρίως τα τελευταία χρόνια, κάτι που βλέπουμε διεθνώς να διαγράφεται: μια οπισθοδρόμηση.
Ακόμη και σήμερα πολλοί άνθρωποι φροντίζουν να προστατεύουν την εικόνα τους με σιωπές, μισές αλήθειες και σχέσεις βιτρίνας. Για να αποφύγουν δημόσια λιντσαρίσματα, κακοποιήσεις ακόμα και σωματικές, πτώση της δημοτικότητας και των εισπράξεων.
Φανταστείτε λοιπόν τι σήμαινε να σταθεί κάποιος στη δεκαετία του ’60 και να
πει καθαρά αυτό που ήταν. Ο Γιώργος Μαρίνος το έκανε το 1964. Βγήκε και είπε «είμαι
ομοφυλόφιλος», χωρίς να καμώνεται τον θαρραλέο, ή τον αρχιερέα μίας ιδεολογίας,
ή τον προκλητικό. «Ήθελα να αισθάνομαι ελεύθερος», έλεγε αργότερα. «Το να
υποπτεύονται οι άλλοι κάτι για μένα με ενοχλεί περισσότερο από το να υποστώ
οποιαδήποτε δυσκολία».
Ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή έπαιζε την καριέρα του κορώνα-γράμματα. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η περιθωριοποίηση που θα περίμενε κανείς. Οι μπουάτ γέμιζαν. Το κοινό ήθελε να τον ακούσει. Σήμερα έχουμε την τάση να περιβάλλουμε με τον μανδύα του ακτιβισμού τις προσωπικότητες που μιλάνε ανοιχτά για τη σεξουαλικότητα, τη διαφορετικότητά τους. Ο Γιώργος Μαρίνος το έκανε με τέτοια ειλικρίνεια και χάρη σαν να έλεγε «μου αρέσουν τα πορτοκάλια». Επιβλήθηκε μέσω της ειλικρίνειάς του.
Το παιδί που δεν χώραγε πουθενά
Το έκανε από παιδί αυτό ουσιαστικά. Η ιστορία του ξεκινά στον Βοτανικό, σε μια Αθήνα που μόλις είχε βγει από τον πόλεμο. Οι γονείς του χώρισαν νωρίς. Ο πατέρας του, πολιτικός μηχανικός, επιθυμούσε να ακολουθήσει ο γιος του την καριέρα του και να μείνει μακριά από τη μητέρα του, για αυτό τον έστειλε εσωτερικό στη Λεόντειο. Ο ίδιος θυμόταν εκείνα τα χρόνια σαν μια περίοδο που τον σκλήρυνε και ήταν ίσως η πρώτη φορά που αναγνώρισε ποιος είναι και ότι δεν θα προσποιηθεί κάτι διαφορετικό για να είναι αρεστός.
Αντέδρασε, γύρισε στο κανονικό σχολείο και αργότερα έδωσε εξετάσεις για
αρχιτεκτονική. Την ίδια στιγμή πήγε κρυφά να δώσει εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο.
Πέρασε και ανακοίνωσε την απόφασή του εκ των υστέρων. Αυτό είναι το μοτίβο της ζωής
του, που έγινε για πάρα πολλούς ένας προβολέας πάνω στις επιθυμίες τους και
στον τρόπο να τις κάνουν πράξη.
Το μεγάλο κοινό τον γνώρισε ως τραγουδιστή, στο Αρχιπέλαγος του Μίκη Θεοδωράκη, φυσικά στην Οδό Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι, το 1962. Και όλοι σάστισαν με το ταλέντο και ένιωσαν αμηχανία, γιατί δεν ήξεραν πώς να τον κατατάξουν. «Δεν χώραγα πουθενά», έλεγε για εκείνα τα χρόνια. «Οι δημοσιογράφοι δεν ήξεραν τι επίθετο να μου βάλουν. Εγώ δηλώνω διασκεδαστής». Η λέξη είχε για εκείνον ουσία. Πίστευε ότι ένας διασκεδαστής αναλαμβάνει μια ευθύνη απέναντι στο κοινό.
Η καριέρα του ήταν μεγαλειώδης και άνοιξε δρόμους και τρόπους να ψυχαγωγείται,
να βλέπει, να σκέφτεται το ελληνικό κοινό. Πήγαιναν σε μια μπουάτ και άκουγαν
τον Μαρίνο να κάνει την πιο βροντερή κριτική μέσω του σαρκασμού του εναντίον της
χούντας. Και πάλι, οι περισσότεροι καλλιτέχνες κρύβονταν, ή τρίβονταν στα πόδια
της τότε εξουσίας. Όχι ο Γιώργος Μαρίνος. «Η καλή σάτιρα είναι καταλυτική»,
έλεγε. «Μπορεί να ρίξει μια κυβέρνηση ή να διορθώσει πράγματα».
Για τη δική μου γενιά, ο Γιώργος Μαρίνος δεν ήταν ο θεός Διόνυσος της νυχτερινής διασκέδασης. Ήταν, πρώτα-πρώτα, η φωνή στο πικάπ, από τον δίσκο που έβαζαν οι μεγάλοι. «Κάθε αγάπη κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή, μα ένα αγόρι έχει την αγάπη για ντροπή». Το οικοσύστημα που ήταν η μουσική του Χατζιδάκι ήταν εκεί, γνώριμο ήδη, αλλά αυτή η φωνή η αντρική, τι βελούδο, τι δύναμη, τι ερμηνεία. Ένα μνημείο ήταν η φωνή αυτή μέσα στο καθιστικό.
Λυσσάξτε τσαούσες – το σύνθημα που έλεγε όλη η χώρα
Και μετά ήρθε το Ciao Antenna. Θύελλα. Τι άνθρωπος είναι αυτός; Δεν είχαμε δει όμοιόν του και μάλιστα στην τηλεόραση. Θαυμασμός, δέος, εξάρτηση, να θες να τον βλέπεις, να τον ακούς. Πώς μπορούσε να κάνει τέτοιο πυρακτωμένο χιούμορ, να σατιρίζει χωρίς να ευτελίζει, με ένα εσωτερικό μέτρο να τον κρατά κοντά στην κόψη. Χωρίς να χρειαστεί να πει τεράστιες λέξεις για να ρίξει κάτω τον στόχο της κριτικής. Το συγκρίνεις με αντίστοιχες σημερινές εκπομπές και βλέπεις πόσο ελλιπείς είναι.
Ο Μαρίνος μιλούσε για κοινωνικά στερεότυπα, για ταμπού, για τις μικρές ελληνικές υποκρισίες. Το έκανε με χιούμορ, χωρίς διδακτισμό. Το κοινό τον ακολουθούσε επειδή καταλάβαινε ότι δεν προσποιείται τίποτα. «Λυσσάξτε τσαούσες» έλεγε όλη η Ελλάδα, μέχρι τα χωριά, μέχρι τα νησιά. Λυσσάξτε τσαούσες, η τόσο χαρακτηριστική του φράση, με την υφή καλιαρντών, που ακούστηκε σε καφενεία, στο δρόμο, στις παραλίες, παντού. Βαθιά συντηρητικοί άνθρωποι έστεκαν με σεβασμό, με βαθιά εκτίμηση απέναντι στον Γιώργο Μαρίνο, που έλεγε «τι με νοιάζει αν με πεις πούστη, εγώ πρώτος έχω πει ότι είμαι ομοφυλόφιλος».
Μόνο που πλέον δεν έπρεπε να πας στην μπουάτ να πληρώσεις και να τον δεις. Πατούσες το κουμπί και ήταν μπροστά σου, στο σαλόνι σου, δίπλα σου. Με υπέροχα sur mesure κοστούμια, με το τεράστιο χαμόγελό του, μια ευγένεια που ήταν παρούσα κάθε στιγμή, σε κάθε βλέμμα, σε κάθε υπαινιγμό. Βλέπαμε πώς πάντα έγερνε κάπως πίσω το κεφάλι όταν τραγουδούσε, αλλά κρατούσε τα μάτια του σταθερά μπροστά, καρφωμένα να σε κοιτούν. Τα φρύδια του, όσο πιο πολύ υψώνονταν και γίνονταν σαν τόξα, τόσο πιο καυστική ήταν η φράση που έλεγε.
Άνευ Βουλής και εκλογών, ταρατατζούμ, ταρατατζούμ
Δεκαετία του ’70, του ’80, του ’90. Ο Γιώργος Μαρίνος είναι ομοφυλόφιλος. Και είναι σπουδαίος και η Ελλάδα θέλει να τον βλέπει. Έγινε ο Μαρίνος ο προβολέας για χιλιάδες νέα παιδιά, αλλά και μεγαλύτερους που πάλευαν να επιβιώσουν κοινωνικά. Σε μια υπέροχη συνέντευξη που είχε δώσει στην Εύη Κυριακοπούλου στην ΕΡΤ, έλεγε ότι μετά τη δήλωση που έκανε το 1964 για τη σεξουαλικότητά του και τον τρόπο που πορεύτηκε δημοσίως, πολλά παιδιά του φιλούσαν τα χέρι. Με ευγνωμοσύνη για τον δρόμο που άνοιξε. Τον δρόμο για να είναι ελεύθεροι.
Ελεύθερος. Το 1976 τραγουδάει το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών -άνευ Βουλής και εκλογών, έτσι τα έθνη μόνο ζουν, ταρατατζούμ, ταρατατζούμ». Οδοστρωτήρας, ισοπεδώνει τη χούντα, λίγα χρόνια μετά την πτώση της, ενώ είναι ακόμα ζεστά τα κύτταρά της, υπάρχουν άνθρωποι που θράφηκαν από αυτήν και προσπαθούν να παραμείνουν στην εξουσία. Τραγουδάει ο λαός Θεοδωράκη, αλλά και ταρατατζούμ, ταρατατζούμ.
Ο απολογισμός που έκανε αργότερα στη ζωή του είχε μια σπάνια ειλικρίνεια. Μιλούσε για τα λάθη του, για τις ψευδαισθήσεις του, για τον φόβο που κουβαλούσε όταν ήταν νεότερος. Περιέγραφε αυτή τη διαδικασία σαν μια βουτιά στον εαυτό του όπου βρήκε σαβούρα και μικρούς θησαυρούς. Η κατάληξη είχε μια φράση που τον χαρακτήριζε: έντιμος και ειλικρινής. Οι τσαούσες λυσσάνε ακόμα, Γιώργο Μαρίνο.