Ἀγαπητοὶ Κατηχούμενοι καὶ Νεοφώτιστοι ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί, Στεκόμαστε μαζί στὸ κατώφλι ἑνὸς μυστηρίου ποὺ εἶναι συγχρόνως λυπηρὸ καὶ θριαμβευτικό, κεκρυμμένο στὶς παλαιές ἐποχές, ἀλλὰ φανερό στὴν πληρότητά του αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἡμέρες. Του Μητροπολίτη Σουηδίας Κλεόπα Εἶναι τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας· ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν θυσία στὴν Ἀνάσταση, ἀπὸ τὸν Σταυρὸ στὸν Κενὸ Τάφο, ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ζωή.
Αὐτὸ τὸ ταξίδι δὲν εἶναι ἀπλῶς ἡ ἱστορία τοῦ Χριστοῦ· εἶναι τὸ ἴδιο τὸ σχῆμα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, στὴν ὁποία τώρα εἰσάγεσθε.
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν εἶναι ἕνα κλειστὸ βιβλίο ποὺ βρίσκεται πίσω μας, ἀλλὰ μιὰ ζῶσα προφητεία ποὺ ἐκπληρώνεται ἐν Χριστῷ. Ὅταν τὴν διαβάζουμε στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἀρχίζουμε νὰ βλέπουμε ὅτι τὰ πάντα ὁδηγοῦσαν πρὸς αὐτὴ τὴν στιγμή· τὸ Ἀρνίον ποὺ ἔμελλε νὰ σφαγεῖ, ὁ Δοῦλος ποὺ ἔμελλε νὰ πάσχει, ὁ Βασιλεὺς ποὺ ἔμελλε νὰ βασιλεύσει διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ ὁ Θεὸς ποὺ θὰ κατέβαινε στὸν θάνατο, γιὰ νὰ τὸν συντρίψει ἐκ τῶν ἒσω.
Ἂς ἀρχίσουμε ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει ὁ ἴδιος ὁ Θεός· μὲ τὴν θυσία. Στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως συναντοῦμε τὶς πρῶτες σκιὲς αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου. Ὁ Ἄβελ προσφέρει μιὰ θυσία εὐάρεστη στὸν Θεό, προεικονίζοντας τὸν Δίκαιο, τοῦ ὁποίου τὸ αἷμα θὰ κραύγαζε δυνατότερα ἀπὸ τοῦ Ἄβελ.
Ἀργότερα, ὁ Ἀβραὰμ καλείται νὰ προσφέρει τὸν Ἰσαάκ, τὸν ἀγαπημένο του υἱό, στὸ Ὄρος Μορία. Τὸ μαχαίρι ὑψώνεται, τὰ ξύλα ἔχουν τοποθετηθεῖ, καὶ ὅμως τὴν τελευταία στιγμή ὁ Θεὸς παρέχει ἕνα κριάρι στὴν θέση τοῦ παιδιοῦ.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶδαν καθαρὰ σὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς, ὄχι μόνον μιὰ δοκιμασία πίστεως, ἀλλὰ καὶ μιὰ προφητικὴ εἰκόνα· τὸν ἀγαπημένο Υἱό, ποὺ ἀνεβαίνει ἐκουσίως στὸ ὄρος τῆς θυσίας, κρατώντας τὸ ξύλο/τὸν σταυρὸ πάνω στοὺς ὤμους Του, ἀλλὰ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰσαάκ, δὲν φείδεται τὴν τελευταία στιγμή, διότι στήν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ Θεὸς δὲν λυπᾶται τὸν Υἱόν Του, ἀλλὰ Τὸν προσφέρει γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ κόσμου.
Τὸ θυσιαστικὸ σύστημα τοῦ Ἰσραὴλ δὲν ἦταν ποτὲ αὐτοσκοπός. Ἦταν μιὰ παιδαγωγία, μιὰ προετοιμασία, μιὰ γλῶσσα μέσω τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς ἐδίδασκε τὸν λαό Του, νὰ ἀναγνωρίζει τὸ κόστος τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς συμφιλιώσεως.
Τὸ πασχάλιο ἀρνί, τοῦ ὁποίου τὸ αἷμα ἐσήμαινε τοὺς παραστάτες τῶν θυρῶν τοῦ Ἰσραήλ, γίνεται μία ἀπὸ τὶς σαφέστερες προεικονίσεις τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως οἱ Ἰσραηλῖτες ἐλυτρώθηκαν ἀπὸ τὸν θάνατο διὰ τοῦ αἵματος τοῦ ἀρνίου, ἔτσι καὶ ἐμεῖς λυτρωνόμεθα ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ θανάτου, διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὅπως ἐκεῖνοι πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα πρὸς τὴν ἐλευθερία, ἔτσι καὶ ἐμεῖς περνοῦμε μέσα ἀπὸ τό ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος πρὸς μία νέα ζωή.
Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας μιλᾶ μὲ καταπληκτικὴ σαφήνεια γιὰ τὸν Πάσχοντα Δοῦλο: «Ἦτο καταφρονημένος καὶ ἀπορριμμένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἄνθρωπος θλίψεων καὶ γνώριμος τοῦ πόνου… Ἐτραυματίσθη διὰ τὰς παραβάσεις ἡμῶν, ἐταλαιπωρήθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν… καὶ διὰ τῶν πληγῶν αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν».
Ἐδῶ καί αἰῶνες πρὸ τῆς Ἐνανθρωπήσεως, διαβάζουμε γιά τό ὅραμα Ἐνὸς ποὺ πάσχει, ὄχι γιὰ τὶς δικές Του ἁμαρτίες, ἀλλὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀνέγνωσαν αὐτὸ ὡς ἁπλὴ ποίηση ἢ μεταφορά· ἀναγνώρισαν σέ αὐτὰ τὰ λόγια τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· τόν Ἀμνό τοῦ Θεοῦ, ποὺ αἴρει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.
Ἀπὸ τὶς πρώτες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ Θεὸς προετοιμάζει τὸν λαό Του, νὰ κατανοήσει αὐτὸ τὸ μυστήριο. Ἡ θυσία τοῦ Ἄβελ, ἡ προσφορὰ τοῦ Ἰσαάκ, τὸ πασχάλιο ἀρνί καὶ τὸ προφητικὸ ὅραμα τοῦ Πάσχοντος Δούλου στὸν Ἠσαΐα, ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι μεμονωμένες στιγμές, ἀλλὰ σημεῖα ποὺ συγκλίνουν.
Ὅπως διακηρύσσει ὁ προφήτης Ἠσαΐας: «Ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη… καὶ διὰ τῶν πληγῶν Αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν». Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἐρμήνευσε αὐτὰ τὰ λόγια ὡς ἄμεση ἀποκάλυψη τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ οἱ Ψαλμοὶ, ἐπίσης, εἶναι γεμάτοι ἀπὸ προφητικοὺς λόγους. Ὁ Ψαλμὸς 22 ἀναφέρει: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;», λόγια ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε πάνω στὸν Σταυρό. Ὁ ἴδιος ψαλμὸς περιγράφει χέρια καὶ πόδια τρυπημένα, ἱμάτια διαιρεμένα καὶ ἕνα πάθος ποὺ φαίνεται ἀβάσταχτο, ἀλλὰ τελειώνει μὲ αἶνο καὶ δικαίωση.
Ὁ Ψαλμὸς 16 διακηρύσσει: «Δὲν θὰ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχή μου στὸν ᾍδη, οὔτε θὰ ἐπιτρέψεις στὸν Ὅσιό Σου νὰ δεῖ διαφθορά». Ἐδῶ ἤδη βρίσκεται ὁ σπόρος τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ἐπαγγελία ὅτι ὁ θάνατος δὲν θὰ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο.
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυς, ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἔγραψε ὅτι «τὰ μυστήρια τοῦ Σταυροῦ προεικονίζονταν σὲ ὅλες τὶς δίκαιες θυσίες», διδάσκοντάς μας ὅτι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν εἶναι ἀπλῶς ἱστορία ἀλλὰ προφητεία ποὺ ἐκπληρώνεται ἐν Χριστῷ.
Ὅταν φθάνουμε στὸ Πάθος, βλέπουμε τὴν κορύφωση τῆς θείας οἰκονομίας. Ὁ Χριστὸς προδίδεται, καταδικάζεται, σταυρώνεται καὶ θάπτεται. Ὅμως, ὅπως διακηρύσσει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὁμιλίες του: «Τὸν ὀνομάζω Βασιλέα, διότι Τὸν βλέπω σταυρωμένο», διότι ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι ἥττα, ἀλλὰ ἐνθρόνιση· ὄχι ταπείνωση, ἀλλὰ δόξα κρυμμένη ἀπὸ τὰ κοσμικὰ μάτια.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «Χθὲς ἐσταυρώθηκα μαζί Του· σήμερα δοξάζομαι μαζί Του. Χθὲς πέθανα μαζί Του· σήμερα ζωοποιοῦμαι μαζί Του».
Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι τὸ Πάθος δὲν εἶναι κάτι ἐξωτερικὸ πρὸς ἐμᾶς· εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο εἰσερχόμεθα. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι τὸ τέλος. Ἄν ἦταν, ἡ πίστις μας θὰ παρέμενε ἀτελής. Ἡ πληρότητα τῆς ἀποκαλύψεως ἔρχεται μέσα ἀπό τὴν Ἀνάσταση.
Ὅταν εἰσερχόμεθα στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, δὲν ἀναπολοῦμε ἁπλῶς παρελθόντα γεγονότα· εἰσερχόμαστε μέσα σέ αὐτὰ μυστικὰ. Ὁ Νυμφίος ἔρχεται μέσα στὸ μέσον τῆς νυκτός. Προδίδεται ἀπὸ φίλο, ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, κρίνεται ἀδίκως, ἐμπαίζεται, μαστιγώνεται καὶ καταδικάζεται.
Βαστάζει τὸν Σταυρό Του πρὸς τὸν Γολγοθᾶ, τὸν τόπο τοῦ κρανίου, ὅπου σταυρώνεται ἀνάμεσα σὲ δύο ληστές. Ἐκεῖνος διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, κρέμεται πάνω στὸ ξύλο τῆς ἰδίας Του δημιουργίας.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μιλούν γιὰ αὐτὸ, μὲ δέος καὶ τρόμο. Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ Ἀθάνατος νὰ πεθαίνει; Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ Ζωὴ τοῦ κόσμου νὰ τίθεται μέσα σὲ τάφο;
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι ὅ,τι δὲν προσλαμβάνεται, δὲν θεραπεύεται· ἐπομένως ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση—ἀκόμη καὶ μέχρι τὸ σημείο τοῦ θανάτου—για νὰ τὴν θεραπεύσει ἐκ τῶν ἒσω.
Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος διδάσκει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός—ὄχι κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ χάριν, διὰ τῆς μετοχῆς στὴν θεία ζωή.
Πάνω στὸν Σταυρό, ὁ Χριστὸς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του ὡς τελεία θυσία, ὄχι ἐπιβεβλημένη ἐπάνω Του, ἀλλὰ ἐλευθέρως προσφερόμενη. Αὐτὸ εἶναι καίριο νὰ τὸ κατανοήσουμε. Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ αὐτοπροσφορά τῆς θείας ἀγάπης. Εἶναι ἡ κορύφωση μιᾶς ζωῆς ποὺ ἔζησε μέσα σὲ πλήρη ὑπακοὴ καὶ κοινωνία μὲ τὸν Πατέρα, μιᾶς ζωῆς ποὺ προσεφέρθη «γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ κόσμου».
Ὁ Σταυρὸς ἀποκαλύπτει τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας καὶ τὸ ἀκόμη μεγαλύτερο βάθος τοῦ θείου ἐλέους. Ἐκεῖ βλέπουμε τί κάνει ἡ ἁμαρτία. Σκοτώνει, ἀπορρίπτει, σταυρώνει τὸν ἀθῶο. Ἀλλὰ βλέπουμε καὶ τί κάνει ὁ Θεός. Συγχωρεῖ, ὑπομένει, μεταμορφώνει τὸ πάθος σὲ σωτηρία.
Ἀκόμη καὶ μέσα στὴν ἀγωνία Του, ὁ Χριστὸς μεσιτεύει γι᾽ αὐτοὺς ποὺ Τὸν σταυρώνουν, ὅταν λέγει: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Καὶ ὅμως, ἡ ἱστορία δὲν τελειώνει στὸν Γολγοθᾶ. Ἂν τελείωνε ἐκεῖ, ὁ Σταυρὸς θὰ παρέμενε μιὰ τραγωδία, μιὰ εὐγενὴς, ἀλλὰ τελικὰ ἡττημένη πράξη. Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει κάτι πολὺ πιὸ ριζικό, ὅτι διὰ τοῦ θανάτου Του, ὁ Χριστὸς καταπατεῖ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξο στὴν καρδιὰ τῆς πίστεώς μας· ὅτι ὁ θάνατος γίνεται τὸ μέσο διὰ τοῦ ὁποίου ὁ θάνατος καταστρέφεται.
Μετὰ τὴν τελευταία Του πνοή, ὁ Χριστὸς κατέρχεται στὸν ᾍδη, ὄχι ὡς θύμα, ἀλλὰ ὡς νικητής. Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση δὲν ἀπεικονίζει τὴν στιγμή ποὺ ὁ Χριστὸς ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν τάφο, ἀλλὰ τὴν κάθοδό Του στὰ βάθη, τὴν συντριβὴ τῶν πυλῶν τοῦ ᾍδου καὶ τὴν ἀνάσυρση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας ἀπὸ τοὺς τάφους των.
Αὐτὴ δὲν εἶναι μία ἰδιωτικὴ νίκη· ἔχει κοσμικὴ ἐμβέλεια. Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, ποὺ ἐκπροσωπεῖται διά τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ἀνασύρεται πρὸς τὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐπαναφορά ἑνὸς νεκροῦ σώματος στὴν ζωή. Εἶναι ἡ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἡ ἀρχὴ μιᾶς νέας κτίσεως. Ὁ Χριστὸς ἀνασταίνεται, ὄχι γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν προηγούμενη ζωή Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐγκαινιάσει ἕναν νέο τρόπο ὑπάρξεως· ἕναν τρόπο, ποὺ δὲν ὑπόκειται πλέον στὸν θάνατο, στὴν φθορά, ἢ στὴν παρακμή. Τὸ ἀναστημένο Σῶμά Του εἶναι πραγματικό, ψηλαφητό, καὶ ὅμως δεδοξασμένο. Τρώγει μαζί μὲ τοὺς μαθητές Του, καὶ ὅμως περνᾶ μέσα ἀπὸ κλειστές θύρες. Εἶναι συγχρόνως ὁ ἴδιος καὶ μεταμορφωμένος.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, στὴν Πασχάλια Ὁμιλία του, διακηρύσσει μὲ παρρησία: «Χριστὸς ἀνέστη, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος!» Αὐτὸ δὲν εἶναι ποιητικὴ ὑπερβολή, ἀλλὰ θεολογικὴ διακήρυξη.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς δικής μας ἀναστάσεως. Εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων, ἡ βεβαίωση ὅτι ὁ θάνατος ἔχει νικηθεί μία γιὰ πάντα.
Γιὰ σᾶς, ποὺ εἶστε Κατηχούμενοι καὶ Νεοφώτιστοι, αὐτὸ δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη διδασκαλία· εἶναι ἡ νέα σας πραγματικότητα. Στὸ βάπτισμα, ἔχετε ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστὸ, στὸν θάνατό Του καὶ στὴν Ἀνάστασή Του. Ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν; Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν… οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν».
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν θυσία στὴν Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνον κάτι ποὺ ὁ Χριστὸς ἐπιτέλεσε γιὰ σᾶς· εἶναι κάτι ποὺ τώρα ἐπιτελεῖ μέσα σας. Ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες του, συσταυρώνεται μὲ τὸν Χριστό. Ὁ νέος ἄνθρωπος, ἀνακαινισμένος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, συνανίσταται μαζί Του.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς διά βίου πορείας μεταμορφώσεως, αὐτὸ ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν θέωση.
Ἀλλὰ ἂς εἴμαστε σαφεῖς. Ὁ δρόμος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς δὲν εἶναι παράκαμψη τοῦ Σταυροῦ. Εἶναι συμμετοχὴ σ᾽ αὐτόν. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», λέγει ὁ Χριστός, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι.»
Ὁ Σταυρὸς στὴν ζωή μας μπορεῖ νὰ λάβει πολλὲς μορφές· πόνο, ἀγώνα, θυσία, τὸ καθημερινὸ νέκρωμα τοῦ ἰδίου μας ἐγώ καὶ θελήματος. Ὅμως, ὅταν αὐτὰ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστό, δὲν εἶναι πλέον ἀνόητα βάρη· γίνονται τὰ ἴδια τὰ μέσα τοῦ ἁγιασμοῦ μας.
Πρέπει νὰ θεωρήσουμε προσεκτικὰ ὅλες τὶς ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, διότι δὲν εἶναι τυχαῖα γεγονότα. Καθεμία ἀπὸ αὐτὲς ἀποκαλύπτει μία διάσταση τῆς Ἀναστάσεως.
Τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρου βαθέος, οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἔρχονται στὸν τάφο. Τὸν βρίσκουν κενό. Ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται πρῶτα στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή (Ἰω. 20:11–18). Δὲν Τὸν ἀναγνωρίζει ἀμέσως, ἀλλὰ ὅταν τὴν φωνάζει μέ τὸ ὄνομά της «Μαρία», ἀνοίγονται τὰ μάτια της. Αὐτὴ ἡ στιγμή ἀποκαλύπτει μιὰ βαθιὰ ἀλήθεια· ὁ Ἀναστὰς Χριστὸς γνωρίζεται προσωπικὰ. Ὅπως ἀργότερα παρατήρησε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «Τὸν ἔβλεπε ὡς ἄνθρωπον, καὶ Τὸν εὗρε ὡς Θεόν».
Λίγο ἀργότερα, ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται στὶς ἄλλες γυναῖκες (Ματθ. 28:9–10), χαιρετώντας τες μὲ τὴν λέξη «Χαίρετε!», τὴν πρώτη λέξη τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ φόβος ἀντικαθίσταται ἀπὸ χαρά. Ἡ Ἀνάσταση μεταμορφώνει τὸ ἴδιο τὸ ἀνθρώπινο αἴσθημα.
Κατόπιν ἐμφανίζεται στὸν Σίμωνα Πέτρο (Λουκ. 24:34), ἂν καὶ τὸ Εὐαγγέλιο δίδει λίγες λεπτομέρειες. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες βλέπουν σ᾽ αὐτὸ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Πέτρου μετὰ τὴν ἄρνησή του. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται πρῶτα σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ τόν ἐπρόδωσε, «για νὰ μὴν ἀπελπισθεῖ».
Στὸν δρόμο πρὸς Ἐμμαούς (Λουκ. 24:13–35), ὁ Χριστὸς βαδίζει μαζί μὲ δύο μαθητές, τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν Κλεόπα, ποὺ δὲν Τὸν ἀναγνωρίζουν. Τούς ἐρμηνεύει τὶς Γραφές, δείχνοντας πῶς ὁ Μωυσῆς καὶ οἱ Προφῆτες μίλησαν γιὰ τὸ Πάθος καὶ τὴν δόξα Του. Μόνον στὴν κλάση τοῦ ἄρτου ἀνοίγονται τὰ μάτια τους.
Ὁ Ἅγιος Θεοφύλακτος σχολιάζει ὅτι «ὁ Χριστὸς ἀναγνωρίζεται μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία», ἀποκαλύπτοντας ὅτι ἡ Γραφὴ καὶ τά Ἱερά Μυστήρια μαζί φανερώνουν τὸν Ἀναστάντα Κύριο.
Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ, ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται στοὺς ἀποστόλους στὸ ὑπερῶον (Ἰω. 20:19–23), περνώντας μέσα ἀπὸ κλειστές θύρες. Λέγει, «Εἰρήνη ὑμῖν», καὶ ἐμφυσᾷ σ᾽ αὐτοὺς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐδῶ ἡ Ἀνάσταση φανερώνεται ὡς ἡ ἀρχὴ τῆς νέας κτίσεως, ἀντηχώντας τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς στὴν Γένεση.
Μία ἑβδομάδα ἀργότερα, ἐμφανίζεται ξανά, αὐτὴ τὴν φορά στὸν Θωμᾶ (Ἰω. 20:24–29). Ὁ Θωμᾶς ἀγγίζει τὶς πληγὲς Του καὶ ὁμολογεῖ: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!»
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστὸς διατηρεῖ τὶς πληγὲς Του «ὡς τρόπαια νίκης», ὄχι ὡς σημεῖα ἥττας. Ἡ Ἀνάσταση δὲν ἐξαλείφει τὸν Σταυρό. Τὸν μεταμορφώνει.
Στὴν Γαλιλαία, στὴν θάλασσα τῆς Τιβεριάδος (Ἰω. 21), ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται στοὺς μαθητὲς ἐνῶ αὐτοὶ ψαρεύουν. Τούς ἐτοιμάζει γεύμα καὶ ἀποκαθιστᾷ τὸν Πέτρο μὲ τὴν τριπλὴ ἐρώτηση: «Ἀγαπᾷς με;»
Ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος λέγει ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Πέτρου θεραπεύεται ἀκριβῶς στὸν τόπο τῆς ἀρνήσεώς του, διὰ τῆς συναντήσεώς του μὲ τὸν Ἀναστάντα Χριστό.
Ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται, ἐπίσης, σὲ ἕνα ὄρος τῆς Γαλιλαίας (Ματθ. 28:16–20), δίδοντας τὴν Μεγάλη Ἐντολή: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη». Ἡ Ἀνάσταση γίνεται ἔτσι ἀποστολή· ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐπεκτείνεται μέσα στὸν κόσμο.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς ἐμφανίσθηκε σὲ περισσότερους ἀπὸ πεντακοσίους ἀδελφοὺς συγχρόνως (Α΄ Κορ. 15:6), καὶ ἐπίσης στὸν Ἰάκωβο, καὶ τέλος στὸν ἴδιο τὸν Παῦλο. Αὐτὲς οἱ ἐμφανίσεις ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ Ἀνάσταση εἶναι μία ἱστορικὴ καὶ κοινοτικὴ πραγματικότητα.
Τέλος, μετὰ ἀπὸ σαράντα ἡμέρες, ὁ Χριστὸς ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανούς (Πράξ. 1:1–11), εὐλογώντας τοὺς μαθητές Του. Καὶ ὅμως, οὔτε αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀναχώρηση μέσα στὴν ἀπουσία, ἀλλὰ ἕνας νέος τρόπος παρουσίας.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐξηγεῖ τὴν κοσμικὴ σημασία ὅλων αὐτῶν: «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦλθε ὁ ἴδιος ἐν προσώπῳ, διότι μόνον Αὐτὸς μποροῦσε νὰ ἀναπλάσει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε πλασθεῖ κατ’ Εἰκόνα Του». Καὶ διὰ τῆς Ἀναστάσεως, αὐτὴ ἡ ἀναδημιουργία ἐπιτελεῖται.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διακηρύσσει στὸν πασχάλιο κανόνα του: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ· σήμερον συνεγείρομαι τῇ Ἀναστάσει σου». Αὐτὸ δὲν εἶναι ποιητικὸς συμβολισμός· εἶναι μυστηριακὴ πραγματικότητα. Μέσα στὸ βάπτισμα, ἔχουμε πεθάνει καὶ ἀναστηθεῖ μαζί μὲ τὸν Χριστό.
Σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὅπως ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, τονίζουν ὅτι ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀπόδειξη τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς ὡς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Γράφει ὅτι «ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ ἀναγγελία τῆς Ἀναστάσεως, ἡ χαρὰ τῆς γνώσεως ὅτι ὁ Χριστὸς ζεῖ».
Τί σημαίνουν ὅλα αὐτὰ γιὰ σᾶς; Σημαίνουν ὅτι ἡ ζωή σας ἔχει πλέον μορφοποιηθεῖ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἴδια κίνηση· ἀπὸ τὴν θυσία πρὸς τὴν Ἀνάσταση.
Καλεῖσθε νὰ ἀναγνωρίσετε τὸν Χριστὸ ὅπως ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ τὸν ἀναγνώρισε, μέσα στὴν οἰκειότητα τῆς φωνῆς Του.
Καλεῖσθε νὰ πορευθεῖτε μαζί Του ὅπως οἱ μαθητὲς στην πορεία πρὸς Ἐμμαούς, νὰ αἰσθανθεῖτε τὴν καρδιά σας νὰ φλέγεται μέσα σας.
Καλεῖσθε νὰ Τὸν ὁμολογήσετε ὅπως ὁ Θωμᾶς· ὄχι μὲ ἀμφιβολία, ἀλλὰ μὲ πίστη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν συνάντηση.
Καλεῖσθε ἐπίσης νὰ βαστάξετε τὸν σταυρό σας.
Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος διδάσκει: «Χωρὶς πειρασμούς, κανείς δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμέσως ὅμως προσθέτει ὅτι «αὐτὲς οἱ δοκιμασίες γίνονται ἐλαφρὲς ὅταν βαστάζονται ἐν Χριστῷ».
Ἡ Ἐκκλησία θέτει στὰ χείλη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου αὐτὰ τὰ θριαμβευτικὰ λόγια στὴν Πασχάλια Ὁμιλία του: «Κανεὶς νὰ μὴ φοβᾶται τὸν θάνατο, διότι ὁ θάνατος τοῦ Σωτῆρος μᾶς ἐλευθέρωσε. Ἐκεῖνος ποὺ κρατοῦνταν αἰχμάλωτός του, τὸν ἐξουδετέρωσε. Χριστὸς ἀνέστη, καὶ οἱ δαίμονες ἔπεσαν. Χριστὸς ἀνέστη, καὶ οἱ ἄγγελοι χαίρουν. Χριστὸς ἀνέστη, καὶ ἡ ζωή βασιλεύει!»
Εἴμαστε πλέον μέτοχοι. Γι᾽ αὐτὸ ζῆστε ὡς ἄνθρωποι τῆς Ἀναστάσεως. Ἂς μαρτυροῦν οἱ ζωὲς σας ὅτι ὁ θάνατος νικήθηκε, ὅτι ἡ ἁμαρτία συγχωρήθηκε, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸν τάφο.
Μὴ φοβᾶστε τὴν θυσία, διότι αὐτὴ ὁδηγεῖ στὴν δόξα. Μὴν ἀπελπίζεστε μέσα στὸν πόνο, διότι μεταμορφώνεται. Μὴν ἀμφιβάλλετε γιὰ τὴν ἐπαγγελία, διότι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὴν ἐπλήρωσε.
Καλούμεθα ἤδη ἀπὸ τώρα νὰ ζοῦμε ὡς ἄνθρωποι τῆς Ἀναστάσεως, νὰ ἐνσαρκώνουμε τὴν χαρά, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀγάπη, μέσα σ᾽ ἕναν κόσμο ποὺ ἀκόμη σημαδεύεται ἀπὸ τὸν θάνατο. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀρνούμεθα τὴν πραγματικότητα τοῦ πόνου, ἀλλὰ ὅτι τόν βλέπουμε στὸ φῶς τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ. Σημαίνει ὅτι ἐμπιστευόμεθα, πὼς κανένα σκοτάδι δὲν εἶναι τόσο βαθὺ, ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ φωτισθεῖ ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως.
Ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς στηρίζει σ᾽ αὐτὴν τὴν πορεία. Κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι μία συμμετοχὴ στὴν θυσία καὶ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Προσφέρουμε ἄρτον καὶ οἶνον, τοὺς καρποὺς τῆς γῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπινου μόχθου, καὶ αὐτὰ γίνονται γιὰ μᾶς τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ Μυστήριο, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ἑνώνονται, καὶ ἐμεῖς τρεφόμεθα ἀπό τὴν ἴδια τὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ.
Καθὼς συνεχίζετε τὴν πορεία σας μέσα στὴν Ἐκκλησία, νὰ θυμᾶστε ὅτι δὲν εἶστε μόνοι. Σᾶς περιβάλλει ἕνα μέγα νέφος μαρτύρων· οἱ ἅγιοι, οἱ μάρτυρες, οἱ ὁμολογητές, οἱ δίκαιοι κάθε ἐποχῆς, ποὺ ἔχουν βαδίσει αὐτὸν τὸν δρόμο πρὶν ἀπὸ σᾶς. Οἱ ζωὲς τους μαρτυροῦν τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Σταυροῦ ὁδηγεῖ πράγματι στὴν δόξα τῆς Ἀναστάσεως.
Ἡ κίνηση ἀπὸ τὴν θυσία πρὸς τὴν Ἀνάσταση εἶναι ὁ παλμὸς τῆς πίστεώς μας. Εἶναι ὁ ρυθμὸς τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ἡ δομὴ τῶν Γραφῶν, τὸ πρότυπο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Εἶναι τὸ μυστήριο στὸ ὁποῖο ἔχετε μυηθεῖ, τὸ δῶρο ποὺ ἔχετε λάβει, καὶ ἡ κλῆση ποὺ τώρα φέρετε.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη ὡς ἀφηρημένο πνεῦμα, ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος, φέρων πληγές, ἀλλὰ δεδοξασμένος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, δὲν εἶναι ἀναλώσιμα, οὔτε μποροῦν νὰ μειωθοῦν σὲ ὠφελιμότητα ἢ κέρδος. Κάθε θύμα βίας, κάθε παιδὶ ποὺ ἐκμεταλλεύεται, κάθε λησμονημένος φτωχός, ὁ καθένας ἔχει ἄπειρη ἀξία, διότι ὁ Χριστὸς ἕνωσε τὸν Ἑαυτό Του μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν ἀνύψωσε στὴν θεία δόξα.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλᾶ μὲ θαυμαστὴ σαφήνεια: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν ἀνεκτίμητης ἀξίας, διότι δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ». Ἡ Ἀνάσταση ἐπιβεβαιώνει αὐτὴν τὴν ἀξία αἰωνίως.
Ἡ Ἀνάσταση διακηρύσσει ὅτι ἡ ἀδικία καὶ τὸ κακὸ δὲν εἶναι ἀπόλυτα. Ὅταν βλέπουμε πόλεμο, ἐκμετάλλευση καὶ πόνο, μπορεῖ νὰ πειραζόμεθα νὰ ἀπελπισθοῦμε, νὰ πιστέψουμε ὅτι τὸ σκοτάδι εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸ φῶς. Ὅμως, ὁ κενὸς τάφος στέκει ὡς ἀντίφαση σ᾽ αὐτὴν τὴν ἀπόγνωση. Μᾶς λέγει ὅτι ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ κακὸ φαίνεται νὰ νικᾷ, ὅπως φάνηκε στὸν Γολγοθᾶ, ἔχει ἤδη νικηθεί μέσα στὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διδάσκει ὅτι ὁ Χριστὸς «ἀνακεφαλαιοῖ τὰ πάντα ἐν Ἑαυτῷ», θεραπεύοντας καὶ ἀποκαθιστώντας ὅ,τι ἔχει διασπασθεῖ. Καὶ αὐτὸ περιλαμβάνει, ὄχι μόνον τὶς ἀτομικὲς ψυχές, ἀλλὰ ὅλη τήν ἀνθρώπινη ὓπαρξη.
Ἡ Ἀνάσταση μᾶς καλεί, ἐπίσης, σὲ ἐγρήγορση. Δὲν μποροῦμε νὰ διακηρύσσουμε «Χριστὸς ἀνέστη» καὶ νὰ παραμένουμε ἀδιάφοροι μπροστὰ στὸν πόνο τοῦ κόσμου. Νὰ πιστεύεις στὴν Ἀνάσταση σημαίνει νὰ γίνεσαι μάρτυράς της, ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα.
Ἡ Ἀνάσταση μᾶς καλεί να ἐξέλθουμε ἀπό τόν ἐγωισμό καί τὴν ἀπομόνωση, πρὸς τὴν ἀγάπη. Καὶ ἡ ἀγάπη, μέσα σ᾽ ἕναν σσυντετριμμένο κόσμο, λαμβάνει πάντοτε συγκεκριμένη μορφή· μέσα στὸ ἔλεος, μέσα στὴν δικαιοσύνη, μέσα στὴν ἀλληλεγγύη πρὸς ἐκεῖνους ποὺ πονοῦν.
Τὸ νὰ ὁμολογεῖ κανείς, λοιπόν, τὴν Ἀνάσταση σημαίνει νὰ ὑψώνει ἀντίσταση ἐναντίον καθενὸς ποὺ ἀρνεῖται τὴν ζωή.
Σημαίνει νὰ ἀντιτίθεται στὴν ἐμπορευματοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, μέσω τῆς διακινήσεως προσώπων.
Σημαίνει νὰ ἀντιστέκεται σὲ συστήματα ποὺ συντρίβουν τοὺς φτωχούς.
Σημαίνει νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀξιοπρέπεια κάθε προσώπου, ἀνεξαρτήτως τάξεως, φυλῆς ἢ καταστάσεως.
Σημαίνει νὰ γίνεται, ἔστω καὶ λίγο, φορέας τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ, μέσα στό σκότος.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ του παρρησία, μᾶς προτρέπει: «Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς τὸν Χριστὸ στὸν ζητιάνο ποὺ βρίσκεται στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας, δὲν θὰ Τὸν βρεῖς οὔτε στὸ Ποτήριο».
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἠθικὴ συνέπεια τῆς Ἀναστάσεως. Ἐκεῖνος ποὺ ἀνέστη εἶναι παρὼν στοὺς ἐλαχίστους ἀδελφοὺς μας.
Καὶ ὅμως, ἀκόμη καὶ ἐνῶ ἀναλαμβάνουμε εὐθύνη, δὲν χάνουμε τὴν ἐλπίδα. Διότι ἡ Ἀνάσταση δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δική μας δύναμη· εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ. Δὲν σώζουμε τὸν κόσμο μὲ τὶς δικές μας προσπάθειες· μετέχουμε στὴν σωτηρία ποὺ ἔχει ἤδη δοθεῖ ἐν Χριστῷ.
Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ χαιρετοῦσε ὅλους μὲ τὰ λόγια: «Χριστὸς ἀνέστη, χαρά μου!» Ἔβλεπε τὴν Ἀνάσταση, ὄχι ὡς ἰδέα, ἀλλὰ ὡς ζῶσα πραγματικότητα, ποὺ μεταμορφώνει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε κάθε πρόσωπο, κάθε στιγμή.
Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα ποὺ καλούμεθα νὰ μεταφέρουμε μέσα στὸν σύγχρονο κόσμο, ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸν θάνατο, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸ μῖσος, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευση, ὅτι ἡ ἐλπίδα εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση.
Καλούμεθα νὰ ζοῦμε ὡς ἄνθρωποι τῆς Ἀναστάσεως, ὄχι ἀγνοώντας τὰ τραύματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἰσερχόμενοι μέσα σ᾽ αὐτὰ, μὲ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν συναντᾶτε πόνο, νὰ θυμᾶστε τὸν Σταυρό.
Ὅταν συναντᾶτε ἀπόγνωση, νὰ θυμᾶστε τὸν κενὸ τάφο.
Ὅταν συναντᾶτε ἀδικία, νὰ θυμᾶστε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη, καὶ ὅτι ἡ Βασιλεία Του ἔχει ἤδη ἀρχίσει.
Ἡ κίνηση ἀπὸ τὴν θυσία πρὸς τὴν Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνον ἡ ἱστορία τοῦ Χριστοῦ· εἶναι ἡ ἀπάντηση στὶς βαθύτερες κρίσεις τῶν καιρῶν μας.
____
Ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα κατὰ τὸ 12ο Σεμινάριο Κατηχουμένων – Ἱερὸς Καθεδρικὸς Ναὸς Ἁγίου Γεωργίου Στοκχόλμης, Πέμπτη, 16 Ἀπριλίου 2026
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
Ακολούθησε το ORTHODOXIANEWSAGENCY.gr στο Google News και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις.