Κινηματογραφικές πρεμιέρες: Η μεγάλη επιστροφή του Σπίλμπεργκ, «Ο Ξένος» του Οζόν και ο επίκαιρος Κιούμπρικ

0

Η επιστροφή του Στίβεν Σπίλμπεργκ στην επιστημονική φαντασία και στους εξωγήινους, με την «Ημέρα Αποκάλυψης» στις κινηματογραφικές πρεμιέρες.

Η μεταφορά του εμβληματικού μυθιστορήματος του Αλμπέρ Καμί «Ο Ξένος» από τον Φρανσουά Οζόν, κυριαρχεί αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους, ενώ ξεκινά απόψε το Μουντιάλ, επική διοργάνωση, σε τρεις χώρες και με τη συμμετοχή 48 ομάδων.

Οι κινηματογραφικές πρεμιέρες της Πέμπτης 11 Ιουνίου Στο λιτό, μετά από πολλούς μήνες, πρόγραμμα του επταήμερου, υπάρχει και η ιταλική ταινία τρόμου «Το Ιερό Αγόρι», καθώς και οι αθάνατες επανεκδόσεις «S.O.S Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα», του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και «Blow-Up», του Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Ημέρα Αποκάλυψης («Disclosure Day») Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ, με τους Έμιλι Μπλαντ, Τζος Ο’Κόνορ, Κόλιν Φερθ, Ιβ Χιούσον, Κόλμαν Ντομίνγκο, Γουάιατ Ράσελ κα.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, έχοντας χαρακτηριστεί δικαίως ως ο σημαντικότερος παραμυθάς του Χόλιγουντ, έχει στο ενεργητικό του και σημαντικές πρωτιές για το παγκόσμιο σινεμά. Από το πρώτο μπλοκμπάστερ στην ιστορία του κινηματογράφου με τα αθάνατα «Σαγόνια του Καρχαρία», την πρωτόγνωρα παιδική ματιά του και την καλοσυνάτη επαφή με τους Εξωγήινους στις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» και τον «Ε.Τ.», αλλά και τα πιο δημοφιλή φραντσάιζ, με πρώτο και σημαντικότερο τον «Ιντιάνα Τζόουνς».

Βεβαίως, τα χρόνια έχουν περάσει, ο Σπίλμπεργκ, άρχισε να κυνηγά τα Όσκαρ, έγινε κατεστημένο, άρχισε να χάνει τον ενθουσιασμό του, μπήκε σε καλούπια, που δεν αρμόζουν στους φανατικούς τής πρώτης του περιόδου, άντε και της δεύτερης. Όμως, απ’ ό,τι αποδεικνύει και με το τελευταίο του φιλμ επιστημονικής φαντασίας, που έρχεται 22 χρόνια έπειτα από το «Ο Πόλεμος των Κόσμων» -έχοντας ήδη μετατοπιστεί ιδεολογικά και οι εξωγήινοι είναι θανάσιμη απειλή για την ανθρωπότητα – παραμένει ένας αξιοθαύμαστος παραμυθάς, ένας δυνατός αφηγητής, γνωρίζοντας πώς θα κερδίσει τον θεατή, πώς θα γεμίσει τις αίθουσες.

Τέσσερα χρόνια μετά το καλό, αλλά κατώτερο των προσδοκιών, αυτοβιογραφικό του δράμα «The Fabelmans», φαίνεται ότι ο Σπίλμπεργκ, με την ηλικία του σύμμαχο, κοντά στα 80 πια, επιστρέφει στις ρίζες του και στην επιστημονική φαντασία, μετατρέποντας μερικούς από τους πιο σκοτεινούς φόβους και τα μεγαλύτερα όνειρα σε πετυχημένες κινηματογραφικές στιγμές.

Η Μάργκαρετ Φερτσάιλντ, μια μετεωρολόγος από το Κάνσας Σίτι, κυριεύεται ξαφνικά από μια μυστηριώδη δύναμη ενώ μαγνητοσκοπεί ένα δελτίο καιρού ζωντανά στον αέρα. Η μοίρα της θα τη φέρει στο πλάι ενός εξπέρ της κυβερνοασφάλειας, τον νεαρό Ντάνιελ Κέλνερ, που βρίσκεται στα πρόθυρα της αποκάλυψης μιας τεράστιας κρατικής συνομωσίας δεκαετιών. Ένα επτασφράγιστο μυστικό που αφορά την εξωγήινη νοημοσύνη, και ήρθε η ώρα να γνωστοποιηθεί στους 7 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη, αλλάζοντας για πάντα την ανθρώπινη ιστορία.

Εδώ ισχύει εκατό τοις εκτατό η προτροπή «καλύτερα να μην ξέρεις τίποτα από την υπόθεση, για να ευχαριστηθείς καλύτερα την ταινία», καθώς το φιλμ του μας φέρνει κοντά με τη Μέρα Αποκάλυψης. Όμως, ταυτόχρονα δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι είναι και μια ταινία που παραπέμπει ευθέως στις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου». Μπορεί με διαφορετική ματιά, με το σασπένς και την αδιόρατη απειλή ή την εισβολή της συνωμοσιολογίας να έχουν προβάδισμα επί της ειρηνικής συνύπαρξης.

Το σκηνοθετικό άγγιγμα του Σπίλμπεργκ γίνεται αντιληπτό από τα πρώτα λεπτά, με τα ψαγμένα πλάνα, τη δεξιοτεχνική αφήγηση, την αγωνιώδη ατμόσφαιρα, τους δουλεμένους χαρακτήρες, τους φρενήρεις ρυθμούς, αλλά και την ανθρωποκεντρική ματιά, καθώς το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έγκειται στην αντιμετώπιση από τους ήρωες και την παγκόσμια κοινότητα η αποκάλυψη της εξωγήινης ζωής.

Καρφωμένος από το 1ο έως το 145 λεπτό (όσο διαρκεί το φιλμ) ο θεατής παρακολουθεί μια συναρπαστική ιστορία, χάνεται στο μυστήριο και στη Ζώνη του Λυκόφωτος και απολαμβάνει αρκετές απολαυστικές σκηνές, απ’ αυτές που χαράσσονται στη μνήμη.

Ενδεχομένως το σενάριο, που έγραψε ο Ντέιβιντ Κεπ, στενός συνεργάτης του Σπίλμπεργκ, να κρατά αποστάσεις από τις «Στενές Επαφές», να πέφτει σε αντιφάσεις και να δείχνει ότι η ωριμότητα συνοδεύεται από τη συντηρητικοποίηση του Αμερικάνου σκηνοθέτη, αλλά αξιοποιείται στο ύψιστο βαθμό και καταφέρνει ως επιστέγασμα της πετυχημένης συνταγής, να προκαλέσει και το ζητούμενο: να συγκινήσει.

Σημαντική η συνεισφορά του καστ, με την Έμιλι Μπλαντ να σηκώνει άψογα το βάρος της ευθύνης, τον Τζος Ο’Κόνορ να είναι αποτελεσματικός, όπως και τον Κόλιν Φερθ, στον ρόλο του ισχυρού που θέλει να συγκαλύψει το γεγονός, ενώ άψογη είναι η φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι και η μουσική του 94χρονου Τζον Γουίλιαμς, πιθανώς το κύκνειο άσμα του.

Με δυο κουβέντες, αποθέωση του σκεπτόμενου ψυχαγωγικού σινεμά, αν και απέχει έτη φωτός από τις «Επαφές Τρίτου Τύπου» και τον «Ε.Τ.». Αλλά και με μία δόση επικαιρότητας, λόγω των συζητήσεων για την ύπαρξη εξωγήινων και μια υπενθύμιση του Σπίλμπεργκ: «Κάθε ταινία επιστημονικής φαντασίας που έχω δει μας προειδοποιεί για πράγματα που τελικά γίνονται πραγματικότητα»…

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Αν ανακάλυπτες πως δεν είμαστε μόνοι… αν κάποιος σου το έδειχνε, αν σου το αποδείκνυε… θα φοβόσουν; Τι θα κάνει η Μάργκαρετ Φερτσάιλντ, μία μετεωρολόγος που κυριεύεται από μία μυστηριώδη δύναμη ενώ μαγνητοσκοπεί ένα δελτίο καιρού; Πώς θα συνεργαστεί με τον εξπέρ της κυβερνοασφάλειας, τον νεαρό Ντάνιελ, που βρίσκεται στα πρόθυρα μίας αποκάλυψης για μια τεράστια κρατική συνωμοσία δεκαετιών;

Ο Ξένος («The Stranger») Δραματική ταινία, γαλλικής και βελγικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Φρανσουά Οζόν, με τους Μπενζαμέν Βουαζέν, Ρεμπέκα Μαρντέρ, Πιερ Λοτέν, Ντενί Λαβάν, Σουάν Αρλό κα.

Ένα θρυλικό μυθιστόρημα, ένας, εν πολλοίς, αξιόπιστος σκηνοθέτης και ένας πρωταγωνιστής που θυμίζει (λέμε τώρα) Αλέν Ντελόν, σε ασπρόμαυρο φορμάτ και με την αφρικάνικη γοητεία και συγκεκριμένα της Ταγγέρης, όπου έγιναν τα γυρίσματα, δημιουργούν αν μη τι άλλο την προσμονή για ένα συναρπαστικό φιλμ.

Εξήντα πέντε χρόνια από το φιλμ του Λουκίνο Βισκόντι – απ’ τις ελάχιστες αποτυχίες του μεγάλου δημιουργού, που ήθελε για πρωταγωνιστή τον Ντελόν και ξέμεινε με τον άκεφο Μαστρογιάνι – έρχεται ο παραγωγικότατος Φρανσουά Οζόν να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το εμβληματικό βιβλίο του Αλμπέρ Καμί, έχοντας ως πρωταγωνιστή τον γοητευτικό και ανερχόμενο Μπενζαμέν Βουαζέν.

Ο Οζόν («Όταν Έρθει το Φθινόπωρο», «Το Έγκλημά Μου») αποφεύγει τους νεωτερισμούς μεταφέροντας, σε μεγάλο βαθμό, πιστά τον «Ξένο», με μία κλασικίζουσα αφήγηση που κάνει κατανοητό το έργο του Καμί ακόμη και στους αμύητους, αν και οι αργόσυρτοι ρυθμοί, ειδικά στο πρώτο μέρος, μπορεί να ξενίσουν.

Στο Αλγέρι της δεκαετίας του ‘30, ένας απαθής νέος Γάλλος, ο Μερσό, ζει και εργάζεται ως ασήμαντος υπάλληλος γραφείου στην βορειοαφρικανική χώρα, που είναι πάνω από έναν αιώνα γαλλική αποικία. Όταν μάθει ότι η μητέρα του πέθανε στο γηροκομείο, που την είχε βάλει, ατάραχος και ανέκφραστος, θα μείνει δίπλα της για μια νύχτα, ως υποχρέωση, σαν να περιμένει στην ουρά ενός λεωφορείου. Εκεί, δηλαδή, που θα γνωρίσει λίγο μετά μία όμορφη κοπέλα και θα συνάψει μαζί της σχέση. Ταυτόχρονα, θα έρθει κοντά και θα κάνει παρέα με έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, τον Ρέιμοντ, έναν Γάλλο μαστροπό, τραχύ φωνακλά. Όταν ο Μερσό θα σκοτώσει, χωρίς ιδιαίτερη αφορμή, έναν νεαρό Άραβα σε μια παραλία, θα βρεθεί στη φυλακή, όπου του υπόσχονται ότι θα αθωωθεί, καθώς το να σκοτώσει ένας Γάλλος έναν ντόπιο θεωρείται πταίσμα για την αποικιοκρατική Γαλλία.

Μένοντας πιστός στο έργο και το πνεύμα του Καμί – συνδυασμός υπαρξισμού και παραλόγου – και δημιουργώντας επαρκώς την ατμόσφαιρα της εποχής και το κλίμα μίας χώρας που κρατά τη θερμοκρασία πάντα ψηλά, βράζοντας τις αισθήσεις – καθοριστική η συνεισφορά της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Μανί Ντακός, με τις καθαρές φωτοσκιάσεις και το εκτυφλωτικό λευκό – και μουδιάζει τη σκέψη.

Στο πρώτο μέρος ο Οζόν, στήνει το πλαίσιο για τα όσα θα ακολουθήσουν, περιγράφει τον Μερσό, καταδεικνύει την αποξένωσή του και στο δεύτερο, όταν έρχονται πλέον τα δύσκολα, με τη δίκη του ήρωα, αναδεικνύει τα μηνύματα του έργου. Ο Μερσό δεν θα καταδικαζόταν για έναν φόνο Άραβα, αν έλεγε αυτά που ήθελε να ακούσει το δικαστήριο. Αντιθέτως, αυτός αρνείται να παίξει το παιχνίδι των κοινωνικών συμβάσεων, να διαταράξει τις αρχές του και την ειλικρίνειά του. Μπαίνει στη δικαστική αίθουσα εντελώς αδιάφορος για την τύχη του, σαν θεατής, ενδιαφερόμενος μόνο για τη διαδικασία.

Και τελικά καταδικάζεται γιατί δεν έκλαψε για τον θάνατο της μητέρας του, επειδή είχε ερωτική σχέση εκτός γάμου, ήταν άθεος και φίλος ενός μαστροπού. Δηλαδή, όλα αυτά που συγκρούονται με τις αξίες της δυτικής αποικιοκρατίας. Ο φόνος ενός Άραβα μπορούσε να δικαιολογηθεί, η ασέβεια στις αξίες της Δύσης όχι.

Στο φινάλε, ο Μερσό αναμετράται με τη θρησκεία στο δύσκολο γήπεδο της σκοτεινής φυλακής και είναι η πρώτη φορά που θα δείξει ενδιαφέρον, θα γίνει επιθετικός και ο Οζόν εξηγεί με οξυδέρκεια στον θεατή αυτό που ονομάσαμε Υπαρξισμό.

Όλα καλά και ωραία, όμως, η ταινία μπορεί να είναι καλογυρισμένη, να δείχνει άρτια και σεβάσμια στο θαυμαστό κείμενο, αλλά είναι φανερό ότι κάτι της λείπει. Και αυτό είναι το πάθος και η έμπνευση που δημιουργεί «Ο Ξένος». Οι εικόνες που δημιουργεί το κείμενο χαράσσουν τη μνήμη για πάντα, ενώ οι εικόνες του Οζόν στο πανί, δεν κρατούν για πολύ. Ο αντικομφορμισμός του Καμί δεν είναι διαπραγματεύσιμος, δεν χρειάζεται επεξηγήσεις και πολύ περισσότερο το φινάλε της ταινίας που επιλέγει ο Οζόν.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Μερσώ, ένας 30άρης ήσυχος και ταπεινός υπάλληλος, παρευρίσκεται στην κηδεία της μητέρας του χωρίς να δακρύσει. Την επόμενη μέρα, ξεκινά μια χαλαρή σχέση με τη Μαρί, μια συνάδελφο. Γρήγορα επιστρέφει στην συνηθισμένη του ρουτίνα. Ωστόσο, η καθημερινότητά του σύντομα θα διαταραχθεί από τον γείτονά του, τον Ρεϊμόν Σιντές, ο οποίος εμπλέκει τον Μερσώ στις σκιερές του υποθέσεις.

Το Ιερό Αγόρι («La Valle dei Sorrisi») Ταινία τρόμου, ιταλικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Πάολο Στριπόλι, με τους Μικέλε Ριοντίνο, Τζούλιο Φέλτρι, Πάολο Πιερομπόν, Ρομάνα Ματζιόρα Βεργκάνο κα.

Με τον ενθουσιασμό, τη φιλοδοξία και το διακριτό ταλέντο του, ο νεαρός Ιταλός σκηνοθέτης Πάολο Στριπόλι, επιχειρεί να βουτήξει σε μαύρα νερά και στις ψυχώσεις του σύγχρονου κόσμου, μέσα από μία ταινία ψυχολογικού τρόμου, στο οποίο συνυπάρχουν το νεανικό δράμα και το μεταφυσικό θρίλερ.

Η αμφιθυμία είναι το κλειδί στο ατμοσφαιρικό φιλμ, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βενετίας, καθώς πίσω από ένα χαμόγελο ή μία αγκαλιά, κρύβεται ο πόνος, η καταπιεσμένη θλίψη, ο υπαρξιακός τρόμος για το πένθος. Και συνάμα, η τρυφερότητα της εφηβείας που πρέπει να ζήσει περιορισμένη στα καλούπια των προηγούμενων γενιών.

Σ’ ένα ιταλικό χωριό, φαινομενικά ευτυχισμένο, που παλιότερα είχε γίνει ένα φρικτό σιδηροδρομικό δυστύχημα, οι κάτοικοι υποδέχονται μ’ ενθουσιασμό τον νέο αναπληρωτή δάσκαλο, Σέρτζιο, πρώην πρωταθλητή του τζούντο, στοιχειωμένο από το παρελθόν του. Αυτός, όμως, φέρεται σ’ όλους με κυνισμό κι απαξίωση μέχρι που μια μπαργούμαν τον συναισθάνεται και τον φέρνει σ’ επαφή με το μεγάλο μυστικό του χωριού: τον έφηβο Ματέο που διώχνει τον πόνο με μια αγκαλιά. Ο Σέρτζιο θα συμπαθήσει τον Ματέο και θα θελήσει να τον βοηθήσει κι αυτός. Τα πράγματα, όμως, θα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα και σύντομα θ’ αρχίσει ν’ αναρωτιέται αν η δύναμη του παιδιού είναι έργο του Θεού ή του διαβόλου…

Για τον Στριπόλι, το πένθος και η απώλεια, όπως και η επιθυμία, που βιώνεται ως τραύμα, εκφράζεται από το ψυχρό τοπίο, τους γκριζοπράσινους τόνους, ενώ η απειλή θέλει ένα μικρό ξύσιμο για να βγει στην επιφάνεια. Στο επίκεντρο της ταινίας , βρίσκονται οι συνέπειες του πόνου και της αποφυγής του, ταυτίζοντας την άρνηση του πένθους με το Κακό στην πιο αρχέγονη, μάλιστα, διάστασή του.

Ο ατομικισμός και η εμμονή με την ευτυχία, η αποστροφή προς τον πόνο και το συλλογικό τραύμα, μετατρέπει την αγκαλιά από σύμβολο παρηγοριάς και καλοσύνης, σε εναγκαλισμό των πιο σκοτεινών ενστίκτων και η υποτιθέμενη συνοχή της κοινότητας μεταβάλλεται σε κάτι διαβολικό, στην άρνηση της φυσικότητας, την ανάδειξη της ιδιοτέλειας.

Ο ρόλος του Σέρτζιο, καλοδουλεμένος και στέρεος, συνδέει τα νήματα της πλοκής, εν αντιθέσει με τον χαρακτήρα του Ματέο, που μένει ανολοκλήρωτος, αφήνοντας στα μισά το τραύμα της αυτοαπόρριψης, απόρροια των κοινωνικών και γονεϊκών στερεοτύπων, σε μια ταινία που έχει το ενδιαφέρον της, αλλά και τις αδυναμίες της, κυρίως από τη θέληση, ενός νέου σκηνοθέτη, να μιλήσει για περισσότερα απ’ όσα μπορεί να πει και να βγάλει από ένα πρόβατο δυο δέρματα…

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στο πιο ευτυχισμένο χωριό της Ιταλίας, ένας δάσκαλος, στοιχειωμένος από το παρελθόν του, ανακαλύπτει το σκοτεινό μυστικό πίσω από τις παράξενες τελετουργίες των κατοίκων. Καθώς προσπαθεί να προστατεύσει ένα έφηβο αγόρι που βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αλλόκοτης κοινότητας, αποκαλύπτεται μια ανατριχιαστική αλήθεια.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

S.O.S Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα («Dr. Strangelove or How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb») Το χιλιοπαιγμένο αντιπολεμικό, αντιμιλιταριστικό αριστούργημα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, σε μία ακόμη καλοκαιρινή επανέκδοση. Επίκαιρο όσο ποτέ, το κλασικό φιλμ του 1964, όπου η ψυχροπολεμική υστερία έχει πιάσει ταβάνι, διαθέτει και ένα απολαυστικό καστ, με πρώτο τον ανεπανάληπτο Πίτερ Σέλερς, σε τρεις ρόλους και τους Στέρλινγκ Χέιντεν (ο τρελαμένος αντικομμουνιστής στρατηγός), Τζορτζ Σι Σκοτ (ο μετριοπαθής στρατηγός) και Σλιμ Πίκενς (ο αξέχαστος πιλότος-καουμπόι).

Η ιστορία, μοιρασμένη σε τρία μέτωπα – στη μονάδα, όπου ένας τρελαμένος στρατηγός ετοιμάζει πυρηνική επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, στην Αίθουσα Πολέμου, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί να καταλάβει πώς ξέφυγε η κατάσταση και στο βομβαρδιστικό αεροσκάφος, όπου επικρατεί χάος – και με τον Κιούμπρικ να διευθύνει ταυτόχρονα, με απίστευτης σύλληψης μαεστρία τον κωμικοτραγικό θίασο, ξεγυμνώνοντας τη μεγαλομανία της εξουσίας, την αρσενική τοξικότητα και τα σεξουαλικά απωθημένα της, την αλαζονεία των τεχνοκρατών και τη μικρότητα των ανθρώπων που βρίσκονται στην κορυφή της εξουσίας.

Οι σκηνές ανθολογίας πολλές, αλλά αυτή του φινάλε, με τον πιλότο να φεύγει καβάλα με τη βόμβα για να χτυπήσει τον στόχο, ουρλιάζοντας σαν καουμπόι, που τιθασεύει έναν ταύρο, θα χαρακτηρίζει διαχρονικά τους αθεράπευτους μιλιταριστές και θα στοιχειώνει – ξεκαρδιστικά – για πάντα το κοινό.

Blow-Up («Blow-Up») Εξήντα χρόνια από την πρεμιέρα της στις Κάννες, όπου κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα, η αριστουργηματική ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι, σε επανέκδοση. Η πρώτη και καλύτερη απ’ τις τρεις αγγλόφωνες ταινίες του μεγάλου Ιταλού δημιουργού, θέλει έναν περιζήτητο φωτογράφο μόδας στο Λονδίνο, να αποθανατίζει άθελά του, σε μια φωτογράφηση μοντέλου, ένα ζευγάρι που ερωτοτροπεί και ανακαλύπτει στον σκοτεινό θάλαμο, όταν εμφανίζει το φιλμ, ότι ένας τρίτος το σημαδεύει με όπλο.

Με ένα λαμπερό, πολύχρωμο και συνάμα ψυχρό στιλιζάρισμα, το φιλμ περιγράφει την απατηλή, αβέβαιη πραγματικότητα του λάιφ στάιλ με τον Αντονιόνι να στοχάζεται ευρηματικά πάνω στην ψευδαίσθηση της τέχνης και τη ματαιότητα της επιφάνειας, και στην αδιέξοδη σχέση τους με την αλήθεια που τις περιβάλλει.

Έξοχο και προσιτό για Αντονιόνι, σενάριο, που συνυπογράφει με τον Τονίνο Γκουέρα, θαυμάσιες σκηνές και ένα φινάλε απίστευτης έμπνευσης, σε μια ακόμη και σήμερα μοντέρνα ταινία (υποψήφια και για δύο Όσκαρ) και σημείο αναφοράς στην ποπ κουλτούρα.

Δίπλα στον πρωταγωνιστή Ντέιβιντ Χέμινγκς, οι Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Σάρα Μάιλς, Τζέιν Μπίργκιν, Πίτερ Μπόουλς και Τζον Κασλ, ενώ το σάουντρακ υπογράφει ο Χέρμπι Χάνκοκ και την υπέροχη φωτογραφία ο Κάρλο Ντι Πάλμα.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.