Το αγοράκι έφερε 32 τραύματα στο σώμα του, σύμφωνα με την ιατροδικαστή Σε κλίμα έντασης διεξάγεται σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου η δίκη για την υπόθεση θανάτου του τρίχρονου Άγγελου, με τη διαδικασία να συνεχίζεται με καταθέσεις μαρτύρων, ανάμεσά τους γειτόνων της οικογένειας, αλλά και επιστημόνων που αναμένεται να καταθέσουν για τα ιατρικά ευρήματα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του παιδιού.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, σύμφωνα με το neakriti, σημειώθηκε διακοπή μετά από αντιπαράθεση της υπεράσπισης του 44χρονου κατηγορούμενου -συντρόφου της μητέρας του παιδιού- με την έδρα, γεγονός που ανέδειξε εκ νέου το τεταμένο κλίμα που επικρατεί στη δικαστική αίθουσα.
Ο 44χρονος κατηγορούμενος προσήλθε κανονικά στη δίκη, ωστόσο λόγω αδιαθεσίας αποχώρησε και επέστρεψε στις φυλακές.
Σύμφωνα με όσα έχουν ήδη τεθεί στο ακροατήριο, η διαδικασία βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο, με τις καταθέσεις να επικεντρώνονται στις συνθήκες διαβίωσης και στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσε το παιδί πριν από το μοιραίο περιστατικό, αλλά και στα ιατρικά και ιατροδικαστικά ευρήματα που εξετάζονται στο πλαίσιο της δίκης.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις ιατροδικαστικές και παιδιατρικές εκτιμήσεις, οι οποίες αναμένεται να φωτίσουν πτυχές της υπόθεσης, ενώ στη συνέχεια πρόκειται να εξεταστεί και ιατροδικαστής που είχε ασχοληθεί με τον φάκελο.
Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας εξετάστηκε η κατάθεση της καθηγήτριας Παιδοακτινολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, κ. Μαρίας Ραϊσάκη, η οποία αναφέρθηκε στα ευρήματα της πρώτης αξονικής τομογραφίας που πραγματοποιήθηκε στο παιδί μετά τη διασωλήνωσή του.
Όπως ανέφερε, τα ευρήματα της εξέτασης περιλάμβαναν τραύμα στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού και υποσκληρίδιο αιμάτωμα, τα οποία, σύμφωνα με την επιστημονική της εκτίμηση, συνδέονται με ισχυρή βία και πιθανή ανακίνηση του παιδιού. Κατά την ίδια, τα στοιχεία της απεικόνισης και τα επιστημονικά δεδομένα συνηγορούν ότι οι κακώσεις αυτές φαίνεται να προκλήθηκαν στο ίδιο χρονικό επεισόδιο και όχι με μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους.
Η κ. Ραϊσάκη σημείωσε ακόμα ότι η εικόνα των ευρημάτων θα ήταν διαφορετική σε περίπτωση απλής πρόσκρουσης του παιδιού σε επιφάνεια, όπως για παράδειγμα σε πάτωμα, ενώ αναφέρθηκε και στη θέση των τραυμάτων.
Το παιδί, όπως είπε, είχε πλήξεις στην κορυφή του κεφαλιού, κάτι που δεν συνηθίζεται στα παιδιά που χτυπούν μόνα τους. «Συνήθως παιδικά χτυπήματα σημειώνονται σε χέρια ή πόδια ή εάν είναι στο κεφάλι καταγράφονται στο μέτωπο ή στο πλάι. Όχι στην κορυφή. Τέτοια τραύματα θεωρούνται ύποπτα», τόνισε.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το εάν ένα υποσκληρίδιο αιμάτωμα θα μπορούσε να προκληθεί από πτώση από σκάλα ή από πρόσκρουση σε τραπέζι, η καθηγήτρια φέρεται να ανέφερε ότι τέτοιου τύπου κακώσεις συνδέονται συνήθως με ιδιαίτερα ισχυρές δυνάμεις, όπως αυτές που παρατηρούνται σε σοβαρά τροχαία ή σε έντονες ανακινήσεις.
Κατά την κατάθεσή της, η κ. Ραϊσάκη αναφέρθηκε και στο ενδεχόμενο της ανακίνησης του παιδιού, το οποίο τέθηκε στο πλαίσιο των ισχυρισμών της υπεράσπισης, δηλαδή αυτό που υποστηρίχθηκε ότι ο 44χρονος όταν είδε το παιδί χωρίς αισθήσεις το ταρακούνησε για να το συνεφέρει. Όπως φέρεται να εξήγησε, εκτίμησε ότι υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες τα συγκεκριμένα ευρήματα να εξηγούνται από ένα απλό ταρακούνημα του παιδιού προκειμένου να συνέλθει, μετά τον εντοπισμό του χωρίς αισθήσεις. Ανέφερε πως, με βάση την εικόνα της αξονικής, τα ευρήματα παραπέμπουν σε αποτέλεσμα ισχυρότατης βίας.
Όπως προκύπτει και από την ιατροδικαστική έκθεση που έχει παρουσιαστεί στο δικαστήριο, έτσι και η παιδοακτινολόγος στάθηκε ιδιαίτερα στην ύπαρξη του τραύματος στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού, το οποίο περιέγραψε ως κάκωση που αντιστοιχεί σε πλήγμα (είχε ένα καρούμπαλο).
Σε ό,τι αφορά τον χρόνο πρόκλησης των κακώσεων, η κ. Ραϊσάκη ανέφερε ότι η κάκωση που σχετίζεται με την ανακίνηση (και όχι το εξωτερικό τραύμα στο κεφάλι, το καρούμπαλο δηλαδή) θα μπορούσε να έχει συμβεί από μικρό χρονικό διάστημα έως και 24 ώρες πριν από την προσέλευση του παιδιού στο νοσοκομείο.
Για το τραύμα στο κεφάλι (καρούμπαλο), το οποίο χαρακτήρισε επίσης αποτέλεσμα ισχυρής βίας, η καθηγήτρια, απαντώντας σε ερωτήσεις, υποστήριξε ότι η απεικονιστική εικόνα της αξονικής τομογραφίας δείχνει πως τα ευρήματα – το υποσκληρίδιο αιμάτωμα και η κάκωση στο κεφάλι – συνδέονται μεταξύ τους και παραπέμπουν, κατά την εκτίμησή της, σε ένα ενιαίο περιστατικό: απεικονιστικά αυτό έδειξε η αξονική (υποσκληρίδιο δύο πυκνοτήτων) και καρούμπαλο.
Σημειώνεται ότι η υπεράσπιση του 44χρονου συνεχίζει να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο θάνατος του παιδιού δεν προήλθε από εγκληματική ενέργεια, αλλά από πτώση, θέση την οποία η κατηγορούσα αρχή διερευνά μέσα από σειρά μαρτυρικών καταθέσεων και τεχνικών στοιχείων.
Η κατάθεση της ιατροδικαστή Κρίσιμα στοιχεία για τα τραύματα που έφερε ο 3χρονος Άγγελος και για τις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατό του παρουσίασε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου η ιατροδικαστής Έλενα Κρανιώτη, κατά τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας.
Η κ. Κρανιώτη εξέτασε το παιδί μετά θάνατον, έχοντας ωστόσο στη διάθεσή της και το σύνολο του υλικού που είχε προηγηθεί, ανάμεσα στο οποίο περιλαμβάνονταν τα απεικονιστικά ευρήματα από την εισαγωγή του στο νοσοκομείο. Όπως επισημάνθηκε, τα ευρήματα αυτά κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς στη συνέχεια το παιδί υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, η ιατροδικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το παιδί είχε δεχθεί πλήξη με αμβλύ όργανο. Όπως ανέφερε, ένα τέτοιο τραύμα θα μπορούσε να προκληθεί από αντικείμενο όπως ρόπαλο, από χέρι ή από επιφάνεια. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι σε περίπτωση πτώσης θα αναμένονταν και άλλα σημάδια στο σώμα, γεγονός που, κατά την εκτίμησή της, δεν συνάδει με την εικόνα των τραυμάτων.
Η κ. Κρανιώτη ανέφερε ότι ο 3χρονος έφερε συνολικά 32 τραύματα στο σώμα του. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι τα τραύματα στη δεξιά πλευρά δεν φαίνεται να έχουν προκληθεί στον ίδιο χρόνο με το τραύμα στο κεφάλι. Όπως είπε, δεν θεωρεί πιθανό το θανατηφόρο τραύμα να οφείλεται σε πτώση.
Σε ό,τι αφορά τον χρόνο της πλήξης, η ιατροδικαστής υποστήριξε ότι, με βάση τα ευρήματα, η εκτίμησή της είναι πως αυτή προκλήθηκε από λίγα λεπτά έως λίγες ώρες πριν από την άφιξη του παιδιού στο νοσοκομείο. Ανέφερε επίσης ότι η μετατόπιση της μέσης γραμμής του εγκεφάλου ήταν 15 χιλιοστά.
Η ίδια σημείωσε ότι από τα ευρήματα προκύπτει όχι μόνο πλήξη, αλλά και ανακίνηση του παιδιού. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε, δεν μπορεί να προσδιοριστεί εάν η ανακίνηση έγινε πριν ή μετά το χτύπημα.
Κατά την κατάθεσή της περιέγραψε ακόμη θλαστικές κακώσεις, εγκαύματα που ομοιάζουν με τσιγάρο, επιμόλυνση τραύματος στο πόδι, στοιχείο που, όπως ανέφερε, δείχνει πλημμελή φροντίδα, καθώς και υπονύχια αιματώματα στα άκρα. Το παιδί έφερε επίσης σημάδια που αποδόθηκαν σε χτύπημα από ζώνη, εκδορές, εκχυμώσεις, αλλά και εγκαύματα στη γεννητική περιοχή.
Η ιατροδικαστής εξήγησε ότι το παιδί έχασε τις αισθήσεις του επειδή έχανε αίμα μετά το χτύπημα. Όπως ανέφερε, η ανακίνηση προκάλεσε οίδημα και μπορεί να είχε συμβεί είτε πριν είτε μετά την πλήξη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη χρονική κατανομή των τραυμάτων. Σύμφωνα με την κ. Κρανιώτη, τα τραύματα δεν προέρχονταν από ένα μόνο περιστατικό, αλλά από 5 έως 6 συμβάντα, με ομάδες τραυμάτων που εκτείνονται χρονικά έως και 40 ημέρες πριν.
Η κατάθεσή της ήταν ξεκάθαρη ως προς την αιτία θανάτου του παιδιού, καθώς τόνισε ότι τον θάνατο του 3χρονου Άγγελου επέφερε το χτύπημα και όχι το ταρακούνημα.
Η δίκη είχε διακοπεί στις αρχές Ιουνίου (2/6) και έχει προγραμματιστεί να συνεχιστεί σε συνεχόμενες συνεδριάσεις μέσα στον Ιούνιο, με στόχο την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας.
Η υπόθεση παραμένει εξαιρετικά σύνθετη και με έντονο ενδιαφέρον, καθώς στο εδώλιο βρίσκονται η μητέρα του παιδιού και ο τότε σύντροφός της, οι οποίοι αντιμετωπίζουν βαρύτατες κατηγορίες.
Η ακροαματική διαδικασία έχει επανειλημμένα σημαδευτεί από αντιπαραθέσεις μεταξύ υπεράσπισης και έδρας, με διακοπές και εντάσεις που αναδεικνύουν το ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα.
Σε προηγούμενες συνεδριάσεις, η υπεράσπιση της 27χρονης έχει ζητήσει την ένταξη στο αποδεικτικό υλικό δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι σχετίζεται με τη νοητική της κατάσταση και την ικανότητα αξιολόγησης καταστάσεων.
Ιδιαίτερο βάρος στη διαδικασία είχαν ως τώρα οι καταθέσεις διασωστών και γιατρών του ΕΚΑΒ, που περιέγραψαν την εικόνα του παιδιού όταν έφτασαν στο σπίτι, μαρτύρων της γειτονιάς και εμπλεκόμενων ιατρικών και επιστημονικών παραγόντων που έχουν κληθεί να φωτίσουν τα αίτια του θανάτου του μικρού παιδιού.
Οι διασώστες είχαν περιγράψει σε προηγούμενη ακροαματική διαδικασία ότι το παιδί βρέθηκε χωρίς ανταπόκριση και σε κρίσιμη κατάσταση, ενώ κατέθεσαν και για την αντίδραση των κατηγορουμένων τη στιγμή του περιστατικού.
Ο τρίχρονος Άγγελος βρέθηκε στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη, όταν τον Ιανουάριο του 2024 μεταφέρθηκε σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση και στη συνέχεια κατέληξε, παρά τις προσπάθειες των γιατρών.
Σύμφωνα με όσα έχουν καταγραφεί στις δικογραφικές αναφορές και έχουν αναδειχθεί στη δικαστική διαδικασία, το παιδί εντοπίστηκε στο σπίτι όπου διέμενε με τη μητέρα του και τον τότε σύντροφό της, χωρίς να ανταποκρίνεται και με εμφανή σημάδια σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασής του.
Άμεσα ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ, με διασώστες να φτάνουν στο σημείο μέσα σε λίγα λεπτά. Όπως περιγράφεται στις καταθέσεις τους, το παιδί ήταν σε βαριά κατάσταση, χωρίς σαφή ανταπόκριση, γεγονός που κινητοποίησε άμεσα τη διαδικασία διακομιδής του στο νοσοκομείο.
Κατά τη μεταφορά και την άφιξή του στο νοσοκομείο, οι γιατροί προχώρησαν σε άμεση ανάνηψη και διασωλήνωση, ωστόσο η κατάσταση του παιδιού παρέμενε εξαιρετικά κρίσιμη.
Παρά τις ιατρικές προσπάθειες, ο μικρός Άγγελος δεν κατάφερε να επανέλθει, με τον θάνατό του να διαπιστώνεται στη συνέχεια, βυθίζοντας στο πένθος την τοπική κοινωνία.