Τρεις εβδομάδες πριν από την πρεμιέρα της «Άλκηστης» στην Επίδαυρο, βρεθήκαμε στην πρόβα στα παλιά Σφαγεία Ταύρου και συνομιλήσαμε με τον Δημήτρη Καραντζά και τον σκηνογράφο Κωνσταντίνο Σκουρλέτη για τη γέννηση ενός σκηνικού κόσμου που άρχισε από μια άρια της Μαρίας Κάλλας και κατέληξε σε μια συγκλονιστική συνομιλία με τον πιο αινιγματικό μύθο του Ευριπίδη.
Σουρουπώνει όταν στρίβω σε ένα κάθετο δρομάκι της Πειραιώς που οδηγεί στα παλιά Σφαγεία του Ταύρου, που τα βράδια γίνονται χώρος προβών για το Εθνικό Θέατρο. Η γειτονιά έχει εκείνη τη γνώριμη ησυχία των βιομηχανικών περιοχών λίγο πριν πέσει το φως, ο αέρας μυρίζει ακόμη μέταλλο και ζεστή άσφαλτο. Παρκάρω απέναντι από την είσοδο, ενώ έχει ήδη αρχίσει η πρόβα για την «Άλκηστη» του Ευριπίδη που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Καραντζάς και θα φέρει το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο στις 17 και 18 Ιουλίου.
Πάνω από τον ψηλό φράχτη των Σφαγείων προβάλλουν ανθρώπινες μορφές. Σκαρφαλώνουν, ισορροπούν, γλιστρούν πάνω σε μια τεράστια, κατηφορική μεταλλική επιφάνεια που από τον δρόμο μοιάζει με μια τεράστια φλούδα της γης που σηκώθηκε ψηλά. Πίσω της υψώνονται οι πολυκατοικίες του Ταύρου, ένα mural σε κάποια τυφλή όψη, κεραίες στις ταράτσες, φώτα που ανάβουν μέσα στα διαμερίσματα. Μπροστά μου μοιάζει να γεννιέται ένας άλλος κόσμος.
Η εικόνα που αντικρύζεις έξω από τον χώρο των προβών στα παλιά Σφαγεία Ταύρου / Φωτογραφία iefimerida Και τότε ακούγεται ο λόγος του Ευριπίδη, θρηνητικός από το στόμα του Γιάννη Νιάρου που ερμηνεύει τον Άδμητο. «Να μη θρηνώ, που τέτοιο ταίρι χάνω; Για με πια πάνε συντροφιές, στεφάνια, χαροκόπια, τραγούδια, που αντηχούσαν στο σπίτι μου· ποτέ πια δε θ᾽ αγγίξω τη λύρα, ούτε ποτέ θα τραγουδήσω πάνω στον ήχο λιβυκής φλογέρας·τη χαρά της ζωής μαζί σου παίρνεις. Ομοίωμα του κορμιού σου, από το χέρι τεχνιτών καμωμένο, θα το βάλω στο στρώμα μέσα, κι αγκαλιάζοντάς το και τ᾽ όνομά σου κράζοντας θα λέω πως αγκαλιάζω εσέ τη λατρευτή μου·κρύα ηδονή, μα της ψυχής το βάρος έτσι, θαρρώ, θα το αλαφρώνω λίγο».
Κάθε ένας είναι ένας Σίσυφος σε μια γη που λυγίζει Οι λέξεις βγαίνουν από τον χώρο της πρόβας και ανακατεύονται με τους τελευταίους ήχους της πόλης. Μπαίνοντας στον χώρο, η πρώτη εντύπωση γίνεται ακόμη πιο επιβλητική, αφού η κατασκευή του σκηνογράφου Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δεν μοιάζει με μια μεγάλη ράμπα, όπως φαντάζεται κανείς από μακριά. Είναι μια τεράστια μεταλλική επιφάνεια που βυθίζεται, ανασηκώνεται, ανοίγει τέσσερα κοιλώματα που λειτουργούν σαν κρύπτες. Σαν ένα τεράστιο χωνί που έσπασε στα δύο. Είναι σαν η ίδια η γη να έχει λυγίσει.
Οι ηθοποιοί μου θυμίζουν Σύσιφους, σκαρφαλώνουν στην κορυφή προσέχοντας να μην γλιστρήσουν, ξέροντας ότι αναπόφευκτα θα πέσουν. Διαπραγματεύονται κάθε τους βήμα. Τα πέλματα αναζητούν στήριγμα. Τα χέρια ανοίγουν σχεδόν ασυναίσθητα για να συγκρατήσουν το βάρος ή για να γραπωθούν πάνω στα άλλα κορμιά. Ένας σωματικός άθλος σε κίνηση σχεδιασμένη από τον Τάσο Καραχάλιο.
O σκηνογράφος Κωνσταντίνος Σκουρλέτης αριστερά και ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς αριστερά στις πρόβες / Φωτογραφία Γκέλυ Καλαμπάκα Το σκηνικό ως ψυχική κατάσταση και η άρια της Κάλλας Ο Δημήτρης Καραντζάς παρακολουθεί σιωπηλά την πρόβα. Τον ρωτώ πώς προέκυψε το συγκεκριμένο σκηνικό. «Αφετηρία ήταν μια συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη με τον οποίο έχουμε συνεργαστεί άλλες τρεις φορές στο παρελθόν. Αυτό που ένιωθα από την αρχή ήταν πως δεν ήθελα να είναι το σκηνικό μας ένα σπίτι. Δεν ήθελα να είναι απλώς το παλάτι, ο οίκος. Ήθελα να είναι μια ψυχική κατάσταση. Μια συνθήκη. Ένας τόπος όπου οι άνθρωποι υπάρχουν όλοι μαζί και ταυτόχρονα μια ολόκληρη ανθρωπότητα πεθαίνει μπροστά στα μάτια των υπόλοιπων. Από εκεί ξεκίνησε η κουβέντα μας. Πώς θα μπορούσε να είναι ένας τόπος στον οποίο οι άνθρωποι που τον κατοικούν δεν μπορούν καλά-καλά να υπάρξουν σε αυτόν. Από εκεί γεννήθηκαν όλα».
Η συνεργασία τους δεν ξεκίνησε πάνω από ένα σχέδιο. Άρχισε με μια άρια της Κάλλας που έστειλε ο Δημήτρης Καραντζάς στον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη όταν του πρότεινε να συνεργαστούν.
Ήταν η «Diana a noi propizia», από την τέταρτη πράξη της «Ifigenia in Tauride» του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ. Αργότερα, όταν η ίδια η σκηνική κατασκευή θα μετατρεπόταν σε μουσικό όργανο, αυτή η πρώτη ανταλλαγή θα έμοιαζε σχεδόν προφητική.
Ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης περιγράφει την ίδια αφετηρία χρησιμοποιώντας εντελώς διαφορετική γλώσσα. Εκεί όπου ο Καραντζάς μιλά για ψυχικές καταστάσεις, εκείνος μιλά για ύλη και βαρύτητα. «Είχαμε ήδη πει ότι μας αφορά κάτι που βρίσκεται σε μια διαρκή κλίση, κάτι που οδεύει προς την πτώση. Όταν εμφανίστηκε αυτό το σχήμα μπροστά μου, ένιωσα πολύ μεγάλη σιγουριά. Ήταν σαν να βρέθηκε αμέσως η μορφή που ψάχναμε. Ξέραμε ότι ο θάνατος θα βρίσκεται στο σημείο μηδέν, στο ίδιο το έδαφος της Επιδαύρου. Σαν να έχει εγκατασταθεί στο θέατρο ένα μεγάλο αντικείμενο και γύρω του να έχουν απλωθεί τα θραύσματά του».
Ο τρόπος που το φως αλλάζει τη σχέση του σώματος με το τοπίο Η κατασκευή υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούν οι ηθοποιοί, θα σταθούν, θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί να ανέβει στην επιφάνειά της, χρειάζεται πρώτα να συμφιλιωθεί με τη βαρύτητα. «Υπάρχει μια τραχύτητα. Δεν με ενδιέφερε να φτιάξουμε κάτι λείο ή εξωραϊσμένο», μου λέει ο Σκουρλέτης. «Θέλαμε ένα τοπίο που να κουβαλάει πάνω του τον χρόνο, τη φθορά, την αίσθηση ότι βρίσκεται εκεί πολύ πριν εμφανιστούν οι άνθρωποι.
Καθώς μιλά, το βλέμμα του παρατηρεί τις επιφάνειες, τις ενώσεις του μετάλλου, στην επιφάνεια που αλλάζει χρώμα όσο πέφτει ο ήλιος. «Έχουμε δουλέψει πάρα πολύ και με το φως. Από την αρχή ξέραμε ότι είναι ένας παράγοντας που θα αλλάζει διαρκώς τη σχέση των σωμάτων με το τοπίο. Άλλοτε θα τα κάνει να χάνονται, άλλοτε να εμφανίζονται σχεδόν σαν ανάγλυφα επάνω στο μέταλλο. Όλα αυτά δουλεύονται μαζί. Δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις.»
Αρχίζω να προσέχω τους παράξενους ορειχάλκινους σωλήνες που ξεπροβάλλουν από διαφορετικά σημεία της κατασκευής. Από μακριά μοιάζουν με κομμάτια ενός παλιού υδραυλικού δικτύου. Ύστερα θυμίζουν πνευστά όργανα. Στο τέλος καταλαβαίνεις ότι δεν ανήκουν αποκλειστικά ούτε στη μηχανική ούτε στη μουσική.
Ο Καραντζάς χαμογελά όταν τον ρωτώ γι’ αυτούς. «Έγινε μια πολύ ωραία συνάντηση με τον Παναγιώτη Μανουηλίδη, που γράφει τη μουσική, και τον Κωνσταντίνο. Συζητούσαμε πως θέλαμε όλο αυτό να μοιάζει ανοίκειο. Αλλά ταυτόχρονα θέλαμε να λειτουργεί σαν ένα μουσικό όργανο. Να παράγει τη δική του μουσική».
Λεπτομέρεια του σκηνικού του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη / Φωτογραφία Γκέλυ Καλαμπάκα Οι ήχοι με τους οποίους συνομιλούν οι θεοί. Σκέφτομαι τα έργα του Ξενάκη κοιτάζοντας το τοπίο που συγκροτεί το σκηνικό. «Εκτός από τα τρία όργανα που παίζουν οι μουσικοί, υπάρχουν και οι χορδές. Είναι σαν αόρατες στήλες. Υπάρχουν σχοινιά που συγκρατούν όλη την κατασκευή και αυτά παράγουν τον δικό τους ήχο. Ο Απόλλωνας ξεκινά την παράσταση με ένα δοξάρι και μία χορδή. Παίζει πάνω στο κενό, σαν να ακούς βιολί. Οι θεοί συνομιλούν μεταξύ τους μέσα από τους ήχους».
Ρωτάω τον Σκουρλέτη αν έχει εμμονές στη δουλειά του. «Κάθε δημιουργός κουβαλά κάποιες εμμονές. Υπάρχουν σχήματα που επιστρέφουν, φόρμες που ξαναβρίσκεις μπροστά σου χωρίς να το έχεις αποφασίσει. Δεν ξεκινώ ποτέ λέγοντας ότι θα επαναλάβω κάτι. Προκύπτει. Αν πάρεις ένα σχήμα και το γυρίσεις ανάποδα, μπορεί ξαφνικά να αποκτήσει εντελώς διαφορετικό νόημα. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει».
Στην οθόνη με το πρόγραμμα για τον φωτισμό, το σχήμα της σκηνής μου θυμίζει μια κεφαλή από έργο του Πικάσο. Αναρωτιέμαι αν ξεκινάει να σχεδιάζοντας στο χαρτί. «Κυρίως στον υπολογιστή. Αλλά δεν ξεκινώ ποτέ από το σχέδιο. Ξεκινώ από τη μουσική, από τις συζητήσεις, από τις εικόνες. Μετά αρχίζει ένας κυκλώνας σχεδιασμού που δεν σταματά. Μου αρέσει πρώτα να σχεδιάζω και ύστερα να ανακαλύπτω, μέσα από τον πειραματισμό, ποιο είναι πραγματικά το σωστό. Νομίζω ότι μόνο έτσι έρχεσαι πιο κοντά σε αυτό που ψάχνεις. Ο πειραματισμός είναι ο μόνος τρόπος.»
Ακούγοντάς τον, σκέφτομαι ότι η λέξη «πειραματισμός» αδικεί όσα συμβαίνουν μπροστά μας. Αυτό που βλέπω στην πρόβα είναι μια επίμονη διαδικασία ακριβείας, όπου η παραμικρή μετατόπιση ενός σώματος αλλάζει τη γεωμετρία ολόκληρης της εικόνας. Ο Γιάννης Νιάρος επιχειρεί ξανά την ίδια διαδρομή. Οι υπόλοιποι περιμένουν τη σειρά τους. Όλοι μοιάζουν να γνωρίζουν ότι, πριν αρχίσει η τραγωδία του Ευριπίδη, πρέπει πρώτα να μάθουν να κατοικούν τον κόσμο που έχουν φτιάξει ο Καραντζάς και ο Σκουρλέτης.
Ο θάνατος ως μέρος του σκηνικού
Καθ’ όλη τη διάρκεια της πρόβας υπάρχει μια παρουσία που δεν ανεβαίνει ποτέ στη μεταλλική επιφάνεια. Ενώ όλοι οι υπόλοιποι κινούνται αδιάκοπα πάνω στην κεκλιμένη κατασκευή, δοκιμάζοντας ξανά και ξανά τις ίδιες διαδρομές, η Ρούλα Τζήμου παραμένει χαμηλά, σχεδόν στο επίπεδο του εδάφους.
Στην αρχή δυσκολεύεσαι ακόμη και να την προσέξεις. Το βλέμμα παρασύρεται από την κίνηση των σωμάτων, από τη μεγάλη μεταλλική επιφάνεια, από τους ήχους της πρόβας. Σιγά σιγά όμως καταλαβαίνεις ότι το πραγματικό κέντρο της εικόνας βρίσκεται κάτω από όλα αυτά.
Η Τζήμου είναι βυθισμένη μέσα σε μια αχανή μαύρη έκταση υφάσματος που απλώνεται κυκλικά κάτω από ολόκληρη την κατασκευή. Το ύφασμα ξεκινά από το σώμα της και απλώνεται γύρω της σαν να αποτελεί προέκτασή του, σαν μια σκοτεινή επιφάνεια που απορροφά το φως και αγκαλιάζει ολόκληρο τον χώρο κάτω από το σκηνικό. Η μεταλλική κατασκευή μοιάζει σχεδόν να αιωρείται πάνω της.
Όσο οι υπόλοιποι αγωνίζονται να κρατήσουν την ισορροπία τους, εκείνη κάνει ελάχιστες, ανεπαίσθητες κινήσεις. Περιμένει. Ο Δημήτρης Καραντζάς μου μιλά για αυτή τη μορφή. «Επειδή ο Θάνατος, στη δική μας παράσταση, είναι γυναίκα, υπάρχει αυτό το ύφασμα, περίπου έξι μέτρων, που πέφτει σαν μια τεράστια σταγόνα. Είναι σαν ο θάνατος να αποβάλλει τη ζωή. Σαν να κουβαλά τη ζωή στην πλάτη του. Η ζωή είναι κάτι ρευστό, έτοιμο να πέσει, ενώ ο θάνατος είναι το σταθερό σημείο που τη μεταφέρει.»
Η Ρούλα Τζήμου γίνεται ο ίδιος ο Άδης. Τα σώματα που κινούνται επάνω από το κεφάλι της μοιάζουν να κατευθύνονται αργά προς εκείνη, σαν να παρασύρονται από μια δύναμη που υπάρχει πριν ακόμη αρχίσει η ιστορία. Η μεταλλική κατασκευή μοιάζει να οδηγεί τα πάντα προς αυτό το σκοτεινό κέντρο.
«Η πρώτη φράση που λέει ο Θάνατος προέρχεται από ένα χαμένο έργο του Ευριπίδη. Έχει σωθεί μόνο ένας στίχος: “Όλα τα γεννάει η γη και όλα τα παίρνει πίσω”. Να λοιπόν και η μήτρα. Ο θάνατος γίνεται μια μεγάλη μήτρα. Όπως γεννά, έτσι και παίρνει πίσω ό,τι έχει γεννηθεί», μου λέει ο Δημήτρης Καραντζάς.
Η μήτρα, το κέντρο της σκηνής, το κέντρο του κόσμου
Η λέξη «μήτρα» αλλάζει ολόκληρη την ανάγνωση της σκηνής. Μέχρι εκείνη τη στιγμή βλέπω ένα μαύρο ύφασμα, μια γυναίκα ακίνητη, μια κατασκευή από μέταλλο. Ξαφνικά όλα αποκτούν μια εσωτερική συνοχή. Ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως τιμωρία ούτε ως τέλος. Υπάρχει εξαρχής μέσα στον κόσμο της παράστασης, σαν το έδαφος πάνω στο οποίο πατούν οι άνθρωποι χωρίς να το συνειδητοποιούν.
Το ίδιο συμβαίνει και με το νερό. Στην αφήγηση του Καραντζά δεν αποτελεί ένα σκηνικό εύρημα αλλά μια αδιάκοπη παρουσία που συνοδεύει όλη τη διαδρομή της Άλκηστης. «Οι σταγόνες ακούγονται από την αρχή της παράστασης. Μέσα στη ζώνη του θανάτου. Για εμάς αυτός είναι ο ήχος του θανάτου. Είναι κάτι υδάτινο. Ο θάνατος έχει κάτι αμνιακό. Έχει αυτό το ρίξιμο της σταγόνας. Κάθε σταγόνα όμως είναι ρυθμισμένη έτσι ώστε να παράγει διαφορετική νότα. Δημιουργείται έτσι ένα ηχητικό τοπίο που υπάρχει μέχρι να πεθάνει η Άλκηστη.»
«Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να υπάρχει μια συνεχής αίσθηση βαρύτητας», ψιθυρίζει ο Σκουρλέτης καθώς η πρόβα βρίσκεται σε εξέλιξη. «Να νιώθεις ότι όλα οδεύουν προς τα κάτω, προς το έδαφος, προς τον θάνατο, αλλά ταυτόχρονα οι άνθρωποι να προσπαθούν διαρκώς να ξεφύγουν από αυτή τη συνθήκη. Αυτή η ένταση υπάρχει παντού μέσα στην κατασκευή.»
Όσο η πρόβα προχωρά, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι τίποτε από όσα συμβαίνουν πάνω στη σκηνή δεν αντιμετωπίζεται ως σύμβολο. Ούτε η μεταλλική κατασκευή, ούτε το νερό, ούτε ο Άδης, ούτε ακόμη και ο ίδιος ο θάνατος. Όλα υπάρχουν ως πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να ζήσουν οι άνθρωποι του έργου. Η ίδια αίσθηση διαπερνά και την ανάγνωση που κάνει ο Δημήτρης Καραντζάς στον Ευριπίδη. Δεν προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα της «Άλκηστης». Αντίθετα, μοιάζει να τον ενδιαφέρει να προστατεύσει την αμφισημία της, να αφήσει το έργο να παραμείνει όσο αινιγματικό είναι εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
Λεπτομέρεια του σκηνικού / Φωτογραφία Γκέλυ Καλαμπάκα Η «Άλκηστη» κατέχει μια μοναδική θέση στο έργο του Ευριπίδη. Παρουσιάστηκε το 438 π.Χ. στη θέση όπου συνήθως παιζόταν το σατυρικό δράμα, γεγονός που εξακολουθεί να απασχολεί τους μελετητές. Είναι μια τραγωδία που αρνείται να παραμείνει αποκλειστικά τραγωδία. Η αυτοθυσία συνυπάρχει με το χιούμορ, η οδύνη με μια σχεδόν απροσδόκητη ελαφρότητα, ενώ η κάθοδος στον Άδη οδηγεί, τελικά, σε μια επιστροφή που δεν μοιάζει να προσφέρει την κάθαρση που θα περίμενε κανείς.
Ο Ευριπίδης αφήνει διαρκώς τον θεατή να πιστεύει ότι κατάλαβε τους ήρωές του και λίγο αργότερα ανατρέπει αυτή τη βεβαιότητα. Ο Καραντζάς περιγράφει αυτή τη διαρκή μετατόπιση σχεδόν με θαυμασμό. «Από τη στιγμή που πεθαίνει η Άλκηστη αλλάζει όλο το έργο. Γυρίζει κυριολεκτικά τούμπα. Έρχεται ο Ηρακλής και ξαφνικά όλα αποκτούν έναν άλλο τόνο. Γίνεται σχεδόν αριστοφανικό. Λες “αλήθεια τώρα;”. Δεν μπορείς να το πιστέψεις. Και γι’ αυτό θεωρώ πως είναι ένα συγκλονιστικό έργο. Τα άκρα του είναι φοβερά. Οι εναλλαγές των υφών του είναι μοναδικές.»
Ένα έργο βαθιά ειρωνικό
Η μεγαλύτερη έκπληξη βρίσκεται στον Άδμητο. Ο Γιάννης Νιάρος βρίσκεται ξανά πάνω στην κατασκευή, μια φιγούρα λεπτή, ψηλή, εύθραστη, ένας άνδρας που δέχεται να θυσιαστεί η γυναίκα του για να ζήσει ο ίδιος, ένας άνθρωπος χωρίς ηθικό ανάστημα. «Το τρομερό με αυτόν τον άνθρωπο είναι πως όλη την ώρα βρίσκεται σε μια κατάσταση αναποφασιστικότητας. Ναι, όχι. Ναι, όχι. Μάλλον όχι. Τελικά όχι. Και ξαφνικά ο Ευριπίδης τα γυρίζει όλα τούμπα. Έρχεται ο Ηρακλής, ανεβαίνει στον Άδη, φέρνει πίσω την Άλκηστη και ο Άδμητος λέει αμέσως: “Είμαι ευτυχισμένος”. Εκεί νομίζεις ότι έχει καταλάβει. Ότι έχει συνειδητοποιήσει πόσο λίγος είναι. Ότι δεν έπρεπε ποτέ να δεχτεί τη θυσία της. Ότι αντιλαμβάνεται την αναξιότητά του, το μικρό της ύπαρξής του. Νομίζεις ότι κάτι έχει αλλάξει. Και όμως… Ο Ευριπίδης λύνει αμέσως αυτή την ψευδαίσθηση. Λέει: “Ήρθε. Είμαι ευτυχισμένος. Δεν με πειράζει τίποτα”. Οπότε πιστεύω πως έχει γράψει ένα βαθιά ειρωνικό έργο. Πάρα πολύ ειρωνικό. Και αυτό είναι που με συγκινεί.»
Ο Καραντζάς ενδιαφέρεται για την αδυναμία του ανθρώπου να αλλάξει πραγματικά, ακόμη κι όταν έχει αντικρίσει τον θάνατο από τόσο κοντά. Τον ρωτώ αν αυτό είναι τελικά που τον συγκινεί περισσότερο στο έργο. Σκέφτεται για λίγο πριν απαντήσει. «Με συγκινεί βαθιά η αντίφαση. Με συγκινεί το γεγονός ότι ο Ευριπίδης δεν φοβάται να αφήσει τους ανθρώπους εκτεθειμένους. Δεν τους εξιδανικεύει. Δεν τους σώζει. Τους κοιτάζει όπως είναι. Και αυτό, για μένα, είναι απίστευτα σύγχρονο».
Δεν υπάρχει τρόπος να σκηνοθετήσεις τον θάνατο. Μπορείς μόνο να χτίσεις έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα μάθουν να ζουν για λίγο δίπλα του. Αυτό ακριβώς παρακολούθησα ένα σούρουπο στα παλιά Σφαγεία του Ταύρου, πριν ακόμη η «Άλκηστη» φτάσει στην Επίδαυρο.
Info
Άλκηστις του Ευριπίδη, 17 και 18 Ιουλίου στην Επίδαυρο
Απόδοση – Σκηνοθεσία Δημήτρης Καραντζάς
Σύμβουλος δραματουργίας Γκέλυ Καλαμπάκα
Σκηνικά Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη
Μουσική – Ηχητικές κατασκευές Παναγιώτης Μανουηλίδης
Κίνηση Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης Έρι Κύργια
Φωτογραφίες Γκέλυ Καλαμπάκα
Βοηθός σκηνοθέτη Κωνσταντίνα Κάλτσιου. Βοηθός φωτίστριας Μαριέττα Παυλάκη. Βοηθός ενδυματολόγου Δήμητρα Σταυρίδου
Παίζουν (αλφαβητικά) Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης Φέρης, Δήμητρα Βλαγκοπούλου Υπηρέτρια, Γιώργος Ζυγούρης Ηρακλής, Ηρώ Μπέζου Άλκηστις, Γιάννης Νιάρρος Άδμητος, Κώστας Νικούλι Απόλλων, Αινείας Τσαμάτης Υπηρέτης, Θεοδώρα Τζήμου Θάνατος • Χορός Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς,Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο