Στα Χανιά με τον καθηλωτικό Αλέξανδρο Ψυχούλη -Ο απροσπέλαστος πατέρας του, το μυαλό βασανιστής, πώς «σκότωσε» Τέτση και Τάκι

0

Δεν είναι εύκολο ένας καλλιτέχνης να μιλήσει με την ίδια γενναιοδωρία για τα τραύματά του και για το έργο του. Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης το κάνει στο iefimerida με αφορμή τη σπουδαία αναδρομική του έκθεση «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις» στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίωn.

Για περισσότερα από σαράντα χρόνια ζωγραφίζει, γράφει, σχεδιάζει, κατασκευάζει, πειραματίζεται με την ψηφιακή τεχνολογία, επιστρέφει στο χαρτί και ξαναπιάνει το νήμα από την αρχή, σαν όλα αυτά να αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας ανάγκης, που η συνταγή της αλλάζει κρατώντας ως σταθερά συστακτικά την οργή, τον έρωτα, τις μνήμες που ακόμα και αν είναι επώδυνες δεν της εξορκίζει.

 Η αναδρομική έκθεση «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις» στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων (έως τις 4 Οκτωβρίου) δεν επιχειρεί να βάλει τάξη σε αυτή τη διαδρομή. Την αφήνει να ξεδιπλωθεί με τον τρόπο που γεννήθηκε: μέσα από συνδέσεις, εμμονές, επιστροφές και προσωπικές ιστορίες.

Κωστής- zoom, 2021, 71x36cm, μολύβια ακουαρέλας σε χαρτί Με αφορμή την έκθεση, ο Αλέξανδρος Ψυχούλης μιλά στο iefimerida σε μία από τις πιο προσωπικές συνεντεύξεις που έχει δώσει. Για τον απροσπέλαστο πατέρα του που εξακολουθεί να συνομιλεί μαζί του μετά τον θάνατό του. Για τον Νίκο Αλεξίου, τον Παναγιώτη Τέτση και τον Τάκι που σημάδεψαν τη διαδρομή του. Για την οργή που έγινε καύσιμο, τον «Τροφοσυλλέκτη» που έφερε τη συγχώρεση, την καταστροφή του σπιτιού του στο Πήλιο από τον Daniel, την τεχνολογία που κάποτε τον γοήτευσε και σήμερα τον αναγκάζει να βλέπει ένα έργο του να «πεθαίνει» στις αποθήκες του ΕΜΣΤ επειδή κανείς δεν μπορεί να διαβάσει πια το λογισμικό του και του φαίρνει στο μυαλό λείψανα αρχαίου αγάλματος.

Ο τίτλος της έκθεσης σας είναι «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις». Από ποιες σκέψεις κινδυνέψατε περισσότερο; Από τις πολιτικές, τις ερωτικές, τις καλλιτεχνικές, άλλες;

Απ’ αυτές τις απρόσκλητες που έρχονται συνήθως τα βράδια και σε τυραννούν. Το μυαλό είναι ο μεγαλύτερος βασανιστής μας.

Ήσασταν από τους πρώτους Έλληνες καλλιτέχνες που είδαν την ψηφιακή τεχνολογία ως καλλιτεχνικό υλικό και όχι ως εργαλείο. Σήμερα που η τεχνολογία έχει καταπιεί σχεδόν τα πάντα, αισθάνεστε δικαιωμένος ή απογοητευμένος;

Το 1997, μαγεμένος από τις δυνατότητες που άνοιγε η ψηφιακή τεχνολογία, έκανα ένα έργο που λεγόταν «Black Box». Ο θεατής μιλούσε σ’ ένα μικρόφωνο και σε μια μεγάλη οθόνη εμφανίζονταν φωτογραφίες και βίντεο από τις αυστηρά προσωπικές μου εικόνες που συνοδεύουν το άκουσμα της κάθε λέξης. Έφτιαχνε λοιπόν επιτόπου, μιλώντας,  μια διαδοχή εικόνων, μια μικρή «ταινία», με το λεκτικό αφήγημα της επιλογής του και τα εντελώς δικά μου βιώματα παράγοντας κάτι που δεν θα μπορούσε να υπάρξει πριν την έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας. Υπήρχε διάδραση, ένα συναρπαστικό αλισβερίσι μεταξύ του δημιουργού και του θεατή. Εκείνον τον καιρό όσοι ασχολούμασταν με την χρήση των υπολογιστών στην τέχνη, βγάζαμε ενθουσιώδη μανιφέστα για την νέα εποχή. Για τα άυλα έργα που θα αντιπαρέλθουν τη φθορά γιατί ήταν απλώς κώδικες και όχι ύλη.

Που βρίσκεται σήμερα αυτό το έργο;

Βρίσκεται στις αποθήκες του ΕΜΣΤ εντελώς νεκρό γιατί δεν έχουμε κατορθώσει ακόμα να αποκωδικοποιήσουμε ένα software του 1997. Χάνεται χωρίς να έχει την δυνατότητα να φθαρεί και ν’ αφήσει έστω ένα γοητευτικό απομεινάρι, σαν τα αρχαία μαρμάρινα αγάλματα ας πούμε, που τα κοιτάμε και μας πέφτουν τα σάλια ακόμα κι αν είναι σπασμένα και ακρωτηριασμένα.

Καφάσι συγκομιδής, 2024, A4, μολύβια ακουαρέλας σε χαρτί Πώς κάνετε συνομιλητές την τεχνολογία με το χειροποίητο, τις λέξεις με τα πίξελ, τις ιστορίες των ανθρώπων με τους αλγορίθμους;

Συνήθως με τον πιο απλό τρόπο που υπάρχει. Δεν μπορείς να ασχολείσαι συνέχεια με το άυλο, κάποια στιγμή έχεις ανάγκη την βαρύτητα. Ακόμα κι αν οι εμπειρίες που θέλεις να διαπραγματευτείς προέρχονται από τον ψηφιακό κόσμο, η επαφή των ακροδαχτύλων και μόνο με τις συσκευές δεν είναι αρκετή, χρειάζεσαι λίγο βαρβάτη χειροναξία.

Ποια είναι η μεγαλύτερη παρεξήγηση που έχουμε σήμερα για την τεχνολογία;

Υπάρχει η πίστη πως οτιδήποτε καταστρέψαμε στο όνομα της τεχνολογικής ανάπτυξης θα αποκατασταθεί με την χρήση περισσότερης τεχνολογικής παρέμβασης. Αυτό θα ηχούσε λογικό αν οι προθέσεις ήταν προς την κατεύθυνση της διόρθωσης. Οι εταιρίες όμως που επενδύουν στις τεχνολογικές καινοτομίες ενδιαφέρονται μόνο για το κέρδος. Δεν τους καίγεται καρφί για ό,τι καταστρέφουν και θα συνεχίσουν να προσπαθούν να μας πείσουν πως το πράγμα είναι μονόδρομος.

Διαβάζοντας το βιογραφικό σας, έχω την αίσθηση ότι ο πατέρας σας εμφανίζεται παντού: στους κήπους, στα έργα, στα βιβλία, ακόμη και στις σιωπές. Τελικά ποιος ήταν ο μεγάλος σας διάλογος μαζί του;

Ο μπαμπάς ήταν απροσπέλαστος. Αποζητούσα τρυφερότητα και επιβεβαίωση κι αυτός μου πρόσφερε μόνο σκληραγώγηση. Είχε περάσει πολλά με τ’ αντάρτικα και τις εξορίες του, δεν είχε πολύ υπομονή μαζί μου. Μ’ έριχνε συνέχεια στα βαθιά απαιτώντας να μάθω να κολυμπάω μόνος μου. Θα ήθελα να βλέπει, τώρα μετά το θάνατό του, πως που και που τα ψιλοκαταφέρνω, να ησυχάσει.

Έχετε πει ότι για χρόνια η οργή ήταν κινητήρια δύναμη. Ο «Τροφοσυλλέκτης» μοιάζει περισσότερο γραμμένος από τρυφερότητα. Τι μεσολάβησε;

Η νεότητά μου ήταν σιωπηλά οργισμένη, κι αυτή η οργή έβρισκε διέξοδο σε μουσικές, θέατρα και ζωγραφικές. Όταν ένιωσα πως την χάνω, από φόβο μην ξεμείνω από «καύσιμα», έγινα καθηγητής ελπίζοντας να κλέβω λίγο οργή από τους φοιτητές μου.

Ο «Τροφοσυλλέκτης» είναι ένα πόνημα καθυστερημένης ενηλικίωσης και απογαλακτισμού. Προσπαθεί να γευτεί – στην κυριολεξία –  τα πιο νόστιμα απομεινάρια του γονεϊκού τραύματος και να συγχωρήσει.  

Αλήθεια, κλέψατε τελικά από την οργή των φοιτητών?

Όταν έγινα καθηγητής, στις αρχές αυτού του αιώνα, η οργή των φοιτητών ήταν σε ύφεση, πράγμα που με εξόργισε πραγματικά. Δεν χρειάστηκε να κλέψω τίποτα. Γινόμουν πολύ επιθετικός απέναντι στην αδράνειά τους σε σημείο να με θεωρούν τρελό. Το διόρθωσα σιγά σιγά αυτό. Τώρα μ’ αρέσει να κάθομαι ανάμεσά τους και να μιλάμε, να μοιράζομαι τον ενθουσιασμό που γεννάει η άγνοια κινδύνου τους και να απολαμβάνω την ψευδαίσθηση ότι έχω κι εγώ, όπως αυτοί, μια ζωή μπροστά μου.

Αν σας αφαιρούσαν τον Βόλο από τη βιογραφία σας, τι θα χάνατε ως άνθρωπος και τι ως καλλιτέχνης;

Ανήκω στους «εδραίους» ανθρώπους. Σκεφτείτε πως μετά από χρόνια έχω επιστρέψει και ζω ακριβώς στις συντεταγμένες του σπιτιού που γεννήθηκα. Ο τόπος,  ο Βόλος, το Πήλιο και οι άνθρωποι που ζουν εκεί,  αποτελούν το πλαίσιο που νοηματοδοτεί σχεδόν το σύνολο των πραγμάτων που έχω κάνει. Αν το αφαιρέσεις μετεωρίζονται, αποκτούν ένα άλλο νόημα ή κανένα.

Kisser, 2001, 150x150cm, ακρυλικά σε καμβά, FKPCOLLECTION Ο Νίκος Αλεξιου αλλά και ο Παναγιώτης Τέτσης. Δύο άνθρωποι σαν πλανήτες εντελώς διαφορετικοί μαζί τους. Και όμως αντιλαμβάνομαι ότι υπήρχαν καθοριστικοί, για εσάς. Πώς τους τοποθετείτε στη ζωή σας, συνομιλείτε και σήμερα μαζί τους κάπως;

Με τον Νίκο Αλεξίου συγκατοικούσα στα Εξάρχεια στα πρώτα φοιτητικά χρόνια. Ήταν λίγο χρόνια μεγαλύτερος από εμένα. Είχαμε μια περίεργη σχέση. Όταν ένας από τους δυο μας έπεφτε με τα μούτρα στη δουλειά το κολλούσε και ο άλλος σα να ένοιωθε ενοχές για την απραξία του. Μοιραζόταν μαζί μου τα κουνέλια στιφάδο και τις κεφαλογραβιέρες που του έστελνε η μάννα του από την Κρήτη αλλά κανείς δεν ήθελε να πλύνει τα πιάτα. Νομίζω πως εγκατέλειψα εκείνο το σπίτι στην Ιπποκράτους γιατί δεν τολμούσα πια να μπω  κουζίνα. Οι δάσκαλοί μου ήταν ο ζωγράφος Τέτσης και ο γλύπτης Τάκις. Δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες× ακόμα δυο πατεράδες που έπρεπε να «σκοτώσω». Ο πρώτος ήταν προσηνής και καλοζωιστής αλλά τον θεωρούσα συντηρητικό, ο δεύτερος  ιδιοφυής αλλά μου την έδινε η αυταρέσκειά του. Αντιστεκόμουν και στους δύο αφελώς για να μην επηρεαστώ. Ευτυχώς οι καλλιτέχνες αφήνουν ένα έργο πίσω τους που αν το παρατηρήσεις προσεκτικά, περιέχει απαντήσεις σε διάφορα θέματα που θα ήθελα τώρα να συζητήσω μαζί τους. Αυτή είναι και η έννοια της αθανασίας, υποθέτω.

Σε μια εποχή όπου τα βιογραφικά μιλούν για βραβεία και διακρίσεις, εσείς γράφετε ότι τα βιογραφικά πρέπει να μιλούν για τους έρωτές μας. Τι μαθαίνει ένας καλλιτέχνης από τον έρωτα που δεν μπορεί να του μάθει η τέχνη;

Στις τέχνες, ιδίως αν δουλεύεις με τον δικό μου τρόπο, εξασκείσαι στην παρατήρηση. Η παρατήρηση σε διδάσκει, είναι το σχολείο σου. Στον έρωτα πέφτεις με τα μούτρα, τρελαίνεσαι. Είναι εντυπωσιακό πως δεν μαθαίνεις απολύτως τίποτα από τους έρωτες.

Γράφω στο βιογραφικό μου και για τους έρωτες, γιατί καθορίζουν μεγάλα διαστήματα στις ζωές μας. Αν υπήρξαμε κάτι σημαντικό στη ζωής μας, αυτό συνέβη μόνο στα μάτια όσων μας ερωτεύτηκαν.

Το σπίτι στο Μικρό κατέρρευσε μπροστά στα μάτια σας μέσα στην επέλαση το Ντάνιελ. Σώσατε τους πίνακες και το λάπτοπ. Τι λέει αυτό για εσάς;

Ετοίμαζα μια έκθεση στο τέλος εκείνου του Φθινοπώρου για την οποία δούλευα όλο το καλοκαίρι. Έσωσα τα έργα και το λάπτοπ. Μάλλον σκέφτηκα ψύχραιμα και οροθολογικά εκείνη τη στιγμή. Το παρελθόν θα κατέρρεε ας σώσω το άμεσο μέλλον.

Το βιβλίο της Μήτιδος, 2014, 70x100cm, μελάνι σε Plexiglass, Ιδιωτική συλλογή Τάκη Βερέμη Σας απασχολεί περισσότερο η φθορά των πραγμάτων ή η φθορά των αφηγήσεων που χτίζουμε για αυτά;

Με απασχολεί η φθορά του σώματος. Οι αφηγήσεις βελτιώνονται στο πέρασμα του χρόνου.

Αν μπορούσατε να μιλήσετε για δέκα λεπτά με τον εαυτό σας του 1973 -το παιδί που αντέγραφε γυμνές γυναίκες σε χαρτάκια για να τον βάζουν να παίζει ποδόσφαιρο- τι θα του λέγατε; Και τι πιστεύετε ότι θα σας απαντούσε;

Θα του’ λεγα να μην ξοδεύει το ταλέντο του δωροδοκώντας κωλόπαιδα. Θα του’ λεγα πως το ποδόσφαιρο δεν είναι ο προορισμός του. Θα με κοίταζε με επιφύλαξη και δεν θα μιλούσε. Αυτό το παιδί ήταν τόσο δυστυχισμένο και δειλό που μόνο άκουγε.

Δώστε μας έναν χάρτη οδηγιών στον επισκέπτη της αναδρομικής σας έκθεσης.

Δεν υπάρχει χάρτης. Δεν έχω ιδέα που πάω. Είμαι ολότελα ζαλισμένος μέσα  στα διαφόρων ειδών πάθη, στις αμφιβολίες και στους δισταγμούς μου και προσπαθώ να βρω το θάρρος να μιλήσω γι αυτό.

Meristomatrix, 2011,70x100cm, στυλό διαρκείας σε χαρτί, a.antonopoulou.art

Info: Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, Χάληδων 98-102,

 www.pinakothiki-chania.gr

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη – Σάββατο 10.00-14.00 και 18.00-21.00, Κυριακή – Δευτέρα 10.00-14.00

Είσοδος: 5 €, μειωμένο 2 €. Κάθε Τρίτη ελεύθερη είσοδος

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.