Το ψωμί που μεγαλώνει τρεις μέρες στη Μηλιώνη, τα βελούδινα Ancient Greek Sandals, τα μάτια της L’Objet -Οι επιλογές της Κατερίνας Ι. Ανέστη

0

Οι επιλογές κινούνται, γύρω από τον χρόνο: αυτόν που χρειάζεται για να φτιαχτεί κάτι καλά, αυτόν που κουβαλά μία ιστορία. Τρεις ημέρες ωριμάζει το ψωμί στο Varia, αιώνες χωρίζουν τα βελούδινα παπούτσια της Βενετίας από αυτά της Ancient Greek Sandals, η Μυρτώ Ξανθοπούλου μεταμορφώνει τα περισσεύματα σε τέχνη, στον έκτο όροφο του attica City Link απλώνεται ένας αιώνας σχεδιασμού.

Μυρτώ Ξανθοπούλου: Τι μπορείς να κάνεις με τα περισσεύματα

Ένα κομμάτι ξύλο καρφωμένο κάπως λοξά πάνω σε ένα άλλο, χαρτιά κομμένα και διπλωμένα ξανά και ξανά ώσπου να αποκτήσουν όγκο, μαύρο χρώμα που ποτίζει το ροζ και ξεφεύγει από τα όριά του, σχήματα και λέξεις που επαναλαμβάνονται μέχρι σχεδόν να πάψουν να διαβάζονται. Η εικαστικός Μυρτώ Ξανθοπούλου έχει μια σπάνια εμπιστοσύνη στα πράγματα που «περισσεύουν», στα φτηνά, τα χρησιμοποιημένα, τα εύθραυστα, σε όσα κρατούν ακόμη πάνω τους το χέρι που τα έκοψε, τα κόλλησε, τα έγραψε ή τα ένωσε. «Έχω ψίχουλα, έχω τα περισσεύματα; Με αυτά θα δουλέψω», έχει πει η ίδια, και κοιτάζοντας τα έργα του «αιώνιου ανεμιστήρα» καταλαβαίνεις ότι αυτή η φράση περιγράφει με ακρίβεια μια ολόκληρη μέθοδο εργασίας.

Με αυτό το σύνολο έργων η Μυρτώ Ξανθοπούλου, η οποία εκπροσωπείται από τη CITRONNE Gallery, κέρδισε πέρυσι το Βραβείο Νέου Καλλιτέχνη της Art Athina 2025 και τώρα παρουσιάζει, στο πλαίσιο του βραβείου, την ατομική της έκθεση στο MOMUS-Μουσείο Άλεξ Μυλωνά, σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Γιάννη Μπόλη. Σχέδια, εγκαταστάσεις και κατασκευές μεσαίας και μεγάλης κλίμακας απλώνονται στον χώρο και συγκροτούν ένα περιβάλλον όπου τίποτε δεν επιδιώκει να κρύψει την ευθραυστότητά του.

Στα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση βλέπεις αλλεπάλληλες λωρίδες κιτρινωπού χαρτιού να διπλώνονται και να ανοίγουν δημιουργώντας ένα σχεδόν διάφανο σώμα, κάτι ανάμεσα σε βεντάλια, ρούχο και εύθραυστη αρχιτεκτονική. Αλλού, λεπτές τάβλες ξύλου σχηματίζουν μια κατασκευή που θυμίζει καρέκλα, αλλά οι ενώσεις, τα καρφιά, ακόμη και η αβεβαιότητα της ισορροπίας της μένουν εκτεθειμένα. Σε μεγάλες επιφάνειες το μαύρο χρώμα απλώνεται πάνω στο ροζ χαρτί, ποτίζει τις ίνες και σχηματίζει μόνο του τα ακανόνιστα όριά του, ενώ αλλού μικρά γεωμετρικά σχήματα επαναλαμβάνονται σχεδόν εμμονικά. Βλέπεις την εργασία: την ίδια χειρονομία να επαναλαμβάνεται, το δίπλωμα, το κόψιμο, το σημάδι του εργαλείου, τον χρόνο που χρειάστηκε κάτι τόσο φτηνό για να γίνει τόσο πολύτιμο για εκείνη.

Η Ξανθοπούλου γεννήθηκε στο Ελσίνκι το 1981, μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε στην ΑΣΚΤ. Μεγάλωσε δίγλωσση, με μητρική γλώσσα τα φινλανδικά, ανάμεσα σε δύο τόπους και δύο πολιτισμούς, μια εμπειρία που έχει επηρεάσει βαθιά τη σχέση της με τις λέξεις. «Η γλώσσα είναι το πιο σημαντικό πράγμα στην τέχνη που κάνω», έχει πει. Συλλέγει φράσεις, λογοπαίγνια, παρανοήσεις, αποσπάσματα συνομιλιών και αυτοσχέδια ποιήματα και δημιουργεί ένα ιδιότυπο προσωπικό αρχείο από το οποίο γεννιούνται τα έργα και οι τίτλοι της.

H Mυρτώ Ξανθοπούλου Υπάρχει όμως δίπλα του και ένα δεύτερο αρχείο, φτιαγμένο από πράγματα: διαφορετικά είδη χαρτιού, κόλλες, ξύλα, οικοδομικά και αναλώσιμα υλικά, αντικείμενα μιας χρήσης από την πόλη, το σπίτι και το εργαστήριό της. Σε αυτά επενδύει χρόνο και σωματικό κόπο εντελώς δυσανάλογο προς την οικονομική αξία τους. Γράφει, κόβει, διπλώνει, κολλά, χαράζει, κουβαλά. Η χειρωνακτική διαδικασία δεν είναι απλώς ο τρόπος κατασκευής του έργου αλλά κομμάτι του νοήματός του. «Γίνομαι αυτό που κάνω», λέει η ίδια.

Και ο χώρος όπου παρουσιάζεται τώρα αυτή η δουλειά έχει τη δική του σημασία. Το Μουσείο Άλεξ Μυλωνά στο Θησείο διατηρεί μόνιμα το έργο της σπουδαίας Ελληνίδας γλύπτριας Άλεξ Μυλωνά και αποτελεί σήμερα το Τμήμα Σύγχρονης Γλυπτικής του MOMus. Σκοπός του είναι ακριβώς η προώθηση της σύγχρονης γλυπτικής έκφρασης, των υβριδικών πρακτικών και των νεότερων δημιουργών. Η παρουσία της Ξανθοπούλου εδώ αποκτά έτσι μια ενδιαφέρουσα συνέχεια: σε έναν χώρο αφιερωμένο στη γλυπτική, παρουσιάζεται μια καλλιτέχνις που δοκιμάζει διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο σχέδιο, το αντικείμενο, την κατασκευή και την εγκατάσταση, αναζητώντας πόσο λίγο υλικό χρειάζεται τελικά κάτι για να αποκτήσει σώμα μέσα στον χώρο.

Η Ξανθοπούλου δίνει αξία χωρίς να εξευγενίζει. Το φτηνό ξύλο εξακολουθεί να φαίνεται φτηνό ξύλο, το χαρτί τσακίζει, οι ενώσεις δεν εξαφανίζονται, η επιφάνεια διατηρεί τα ίχνη της δουλειάς. Τα περισσεύματα δεν χρειάζεται να μεταμφιεστούν σε πολύτιμα υλικά για να μπουν στο μουσείο. Πολύτιμος γίνεται ο χρόνος που κάποιος αποφάσισε να τους αφιερώσει.

INFO

Μυρτώ Ξανθοπούλου – «αιώνιος ανεμιστήρας»

MOMus-Μουσείο Άλεξ Μυλωνά, Πλατεία Αγίων Ασωμάτων 5, Θησείο

Έως 25 Οκτωβρίου 2026Επιμέλεια: Γιάννης Μπόλης

Varia: Ο βαυαρικός φούρνος στο Κολωνάκι όπου το ψωμί περιμένει τρεις ημέρες -και η μάτσα έχει τη δική της μυθολογία

Χρόνος, σιτάρι και υπομονή. Τρεις λέξεις αρκούν στο Varia για να περιγράψουν τι συμβαίνει πίσω από τη βιτρίνα του βαυαρικού φούρνου της οδού Μηλιώνη. Τα άλευρα έρχονται από τη Γερμανία, το ψωμί γίνεται με φυσικό προζύμι χωρίς βιομηχανική μαγιά, οι ζύμες περνούν έως και τρεις ημέρες αργής ωρίμανσης και κάθε καρβέλι πλάθεται, χαράσσεται και ψήνεται υπό την επίβλεψη Bäckermeister, δηλαδή αρτοποιών που έχουν αποκτήσει στη Γερμανία τον ανώτερο επαγγελματικό τίτλο του μάστορα της αρτοποιίας. Η φιλοσοφία του Varia χωρά σε μία ακόμη φράση: τίποτε βιαστικό, τίποτε κρυμμένο, απλώς ψωμί φτιαγμένο όπως πρέπει.

Πίσω από το Varia βρίσκονται δύο αδέλφια από τη Γερμανία, ο Christopher και ο Cedric, που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα έχοντας ήδη οικογενειακούς δεσμούς με την Ελλάδα και θέλησαν να φέρουν εδώ το ψωμί με το οποίο μεγάλωσαν. Αυτό σημαίνει κάτι αρκετά συγκεκριμένο. Τα άλευρα -σιτάρι, σίκαλη και ντίνκελ- προέρχονται από τη Γερμανία, χωρίς λευκαντικά, ένζυμα και πρόσθετα, το προζύμι βασίζεται στις άγριες ζύμες και στα γαλακτικά βακτήρια και η παραγωγή γίνεται καθημερινά σε μικρές ποσότητες. Ένακαρβέλι εδώ μπορεί να χρειαστεί έως και τρεις ολόκληρες ημέρες για να είναι έτοιμο.

Το βασικό βαυαρικό καρβέλι εμφανίζεται και σε εκδοχές με σύκα ή ελιές, υπάρχει ψωμί με σίκαλη και ηλιόσπορο, χωριάτικο ψωμί σίκαλης, μπαγκέτα, μικρά χειροποίητα ψωμάκια με παπαρουνόσπορο ή σουσάμι και, βέβαια, το βαυαρικό πρέτσελ, με το χαρακτηριστικό στριφτό σχήμα, τη σκούρα γυαλιστερή κρούστα και τους χοντρούς κόκκους αλατιού. Η επιλογή παραμένει σκόπιμα περιορισμένη, οι παρτίδες είναι μικρές και η παραγωγή μεταβάλλεται μέσα στην ημέρα. Η αρχή τους είναι απλή: λιγότερα πράγματα, φτιαγμένα καλύτερα.

Αυτή η λογική περνά και σε ό,τι μπαίνει στο φλιτζάνι, όπου η προέλευση της πρώτης ύλης αντιμετωπίζεται με την ίδια προσοχή. Για τον καφέ συνεργάζονται με την αθηναϊκή Area 51 Coffee Roasters και επιλέγουν καφέδες εκλεκτής ποιότητας από μία συγκεκριμένη προέλευση κάθε φορά, καβουρδισμένους σε μικρές παρτίδες και με δυνατότητα να γνωρίζει κανείς από πού ακριβώς προέρχεται ο κόκκος. Ο εσπρέσο, το κορτάντο ή ο καφές με γάλα, αποτελούν ένα ακόμα  προϊόν για το οποίο έχει προηγηθεί επιλογή πρώτης ύλης και συγκεκριμένος τρόπος επεξεργασίας.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η προσοχή που έχουν δώσει στο μάτσα. Για τη βασική επιλογή τους χρησιμοποιούν βιολογικό μάτσα τελετουργικής ποιότητας από το Κιούσου της Ιαπωνίας, αλεσμένο παραδοσιακά σε πέτρινους μύλους και χτυπημένο τη στιγμή της παραγγελίας, για να σερβιριστεί είτε με ζεστό νερό είτε με γάλα. Δίπλα του υπάρχει μια πολύ πιο σπάνια περίπτωση: Asahi από το Uji του Κιότο, μάτσα από μία και μόνο ποικιλία τσαγιού και περιορισμένης παραγωγής, γνωστό για την έντονη γεύση ουμάμι, τη μεταξένια υφή και τη φυσική του γλυκύτητα. Στο Varia διατίθεται σε πολύ μικρές ποσότητες ως η κορυφαία επιλογή μάτσα του καταστήματος.

Κάπου εδώ αρχίζει να φαίνεται καλύτερα τι θέλουν να κάνουν οι Christopher και Cedric. Υπάρχει μια κοινή ιδέα πίσω από το γερμανικό αλεύρι, το πολύωρο προζύμι, τον καφέ που καβουρδίζεται στην Αθήνα και το ιαπωνικό μάτσα: να γνωρίζεις την προέλευση αυτού που τρως ή πίνεις, τον άνθρωπο και τη διαδικασία που βρίσκονται πίσω του και, κυρίως, να μην αφαιρείς χρόνο από κάτι μόνο και μόνο για να παραχθεί γρηγορότερα.

Υπάρχει και μια δεύτερη οικογενειακή ιστορία που εξηγεί αρκετά για την εικόνα του Varia. Ο Christopher και ο Cedric είναι εγγόνια του Verner Panton, μιας από τις σημαντικότερες μορφές του δανέζικου σχεδιασμού του 20ού αιώνα και δημιουργού της περίφημης καρέκλας Panton, της μονοκόμματης καμπύλης καρέκλας που έγινε ένα από τα εμβληματικά αντικείμενα του μεταπολεμικού σχεδιασμού. Στον χώρο του Varia, που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Στρατής Δούκας, έπιπλα και φωτιστικά του Panton συνυπάρχουν με τα καφάσια του ψωμιού και το εργαστήριο.

Varia Bakery: Μηλιώνη 12, Κολωνάκι, Αθήνα

Η Ancient Greek Sandals φοράει βελούδο

Η Ancient Greek Sandals μπαίνει στο φθινόπωρο αλλάζοντας την αφή των παπουτσιών της, τα jelly σανδάλια παραμερίζουν. Το δέρμα, το υλικό πάνω στο οποίο έχτισε μεγάλο μέρος της διεθνούς ταυτότητάς της, συναντά αυτή τη φορά το βελούδο και τρία σχέδιά της αποκτούν τη βαθιά, μαλακή επιφάνειά του: το κλειστό Dama, ένα επίπεδο παπούτσι στη λογική της κομψής παντόφλας, σε μαύρο και μπορντό, το Selestia με τις δύο φαρδιές λωρίδες στις ίδιες αποχρώσεις και το Charys Low Wedge, με χαμηλή πλατφόρμα και λουράκι ανάμεσα στα δάχτυλα, σε μαύρο και βαθύ λαδί πράσινο.

Η επιλογή του βελούδου έρχεται σε μια στιγμή που το συγκεκριμένο υλικό έχει επιστρέψει δυναμικά στα υποδήματα. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ξανά σε Mary Janes, μπαλαρίνες, μοκασίνια, παντόφλες πόλης και mules, ενώ πλέον περνά και στα σανδάλια. Η Ancient Greek Sandals το εντάσσει στη δική της πολύ συγκεκριμένη σχεδιαστική γλώσσα, χωρίς να φορτώνει τις φόρμες της: εκεί όπου έχουμε συνηθίσει το γυμνό δέρμα εμφανίζεται μια επιφάνεια που παίζει διαφορετικά με το φως και δίνει βάθος ακόμη και στις πιο λιτές γραμμές.

Το βελούδινο παπούτσι, βέβαια, έχει πίσω του αιώνες ιστορίας και η Βενετία προσφέρει μερικά από τα ωραιότερα κεφάλαιά της. Στις συλλογές του Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης σώζονται εντυπωσιακές chopines βενετσιάνικου τύπου του 16ου αιώνα, οι πανύψηλες πλατφόρμες που φορούσαν οι γυναίκες της εποχής, κατασκευασμένες από ξύλο ή φελλό και συχνά επενδεδυμένες με βελούδο, μετάξι και πολύτιμα διακοσμητικά στοιχεία. Σε σωζόμενα παραδείγματα το βελούδο είναι βαθύ κόκκινο ή πράσινο, χρώματα που μας θυμίζουν πόσο στενά είχε συνδεθεί το συγκεκριμένο ύφασμα με τον πλούτο και την κοινωνική θέση. Το ύψος των chopines μπορούσε να γίνει τόσο μεγάλο ώστε η γυναίκα που τις φορούσε να χρειάζεται βοήθεια για να περπατήσει, ενώ παράλληλα είχαν και μια πρακτική λειτουργία: κρατούσαν τα πόδια και τα μακριά φορέματα ψηλότερα από την υγρασία και τη βρωμιά των δρόμων.

Η σχέση της Βενετίας με το βελούδινο παπούτσι συνεχίστηκε με έναν εντελώς διαφορετικό τύπο υποδήματος. Τον 19ο αιώνα εμφανίζονται στο Φρίουλι της βορειοανατολικής Ιταλίας οι friulane, οι μαλακές, επίπεδες βελούδινες παντόφλες που κατασκευάζονταν αρχικά με υλικά που μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν, από περισσεύματα υφασμάτων και παλιό βελούδο μέχρι ελαστικά ποδηλάτων για τις σόλες. Πέρασαν στη Βενετία, φορέθηκαν ακόμη και από τους γονδολιέρηδες και με τον καιρό έγιναν σχεδόν μέρος της ενδυματολογικής εικόνας της πόλης: αθόρυβες, ανεπιτήδευτες, σε μπορντό, πράσινο, μπλε και μαύρο, ένας μακρινός πρόγονος της σημερινής επιστροφής του βελούδινου επίπεδου παπουτσιού.

Αυτή η μεγάλη διαδρομή κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τη στιγμή που η Ancient Greek Sandals επιλέγει το βελούδο. Ένα ελληνικό brand που κατάφερε να πάρει το αρχέτυπο του σανδαλιού και να το κάνει σύγχρονο, αναγνωρίσιμο διεθνώς και απολύτως δικό του, δοκιμάζει ένα υλικό με τεράστια ιστορική μνήμη χωρίς να εγκαταλείπει τον σχεδιαστικό του κώδικα. Από το βαθύ βελούδο των βενετσιάνικων παπουτσιών του 16ου αιώνα που φυλάσσονται σήμερα στο Metropolitan μέχρι το μπορντό Dama της Ancient Greek Sandals μεσολαβούν αιώνες· το βελούδο εξακολουθεί να τραβά το βλέμμα πρώτα με το χρώμα και αμέσως μετά με την αφή.

Τα μάτια, ο Polo Bear και ένας αιώνας σχεδιασμού στον 6ο όροφο του attica

Στον έκτο όροφο του attica City Link το σπίτι καταλαμβάνει πλέον τη θέση που μέχρι πρόσφατα είχαν κυρίως η μόδα, η ομορφιά και τα αξεσουάρ στην ταυτότητα του πολυκαταστήματος. Ένας ολόκληρος νέος χώρος συγκεντρώνει αντικείμενα για το τραπέζι, πορσελάνες, κρύσταλλα, φωτιστικά, μικρά έπιπλα και διακοσμητικά από οκτώ διαφορετικούς οίκους: Georg Jensen, Interni, MyCrown Collection, Ralph Lauren Home, L’Objet, Room Service, Sandra Home Fashion και Objects of Desire by Parousiasi. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πόσο διαφορετικοί είναι οι κόσμοι που συναντιούνται εδώ, από τη μεγάλη δανέζικη παράδοση του Georg Jensen και το αμερικανικό σύμπαν του Ralph Lauren μέχρι την πιο παιγνιώδη, ενίοτε σουρεαλιστική πλευρά της L’Objet (από την Vst -Veta Stefanidou Tsoukala).

Και αυτή η τελευταία σε κοιτάζει κατάματα. Πάνω σε ένα ράφι, μικρά πιάτα σε πράσινο, γαλάζιο, μοβ και πορτοκαλί έχουν στο κέντρο τους ένα μάτι, ζωγραφισμένο με έντονα χρώματα και περιγραμμένο με χρυσό. Είναι τα Lito της L’Objet, από πορσελάνη με χρυσό 24 καρατίων και λεπτομέρειες από ρητίνη που σχεδιάστηκαν σε συνεργασία με την γνωστή Ελληνίδα δημιουργό κοσμημάτων Lito. Το μάτι, ένα από τα αρχαιότερα φυλαχτά προστασίας, περνά εδώ στη σφαίρα του σύγχρονου αντικειμένου χωρίς να χάνει κάτι από την παράξενη δύναμή του. Στη συγκεκριμένη εκδοχή, μάλιστα, το χρώμα το κάνει περισσότερο ποπ παρά μυστικιστικό: αυτά τα πιάτα μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις, αλλά δύσκολα τα αντιμετωπίζεις σαν απλό σερβίτσιο.

Λίγο παρακάτω, πάλι στην L’Objet, ένα μικρό πιάτο γράφει «L’Amour Fou». Είναι από τη συνεργασία του οίκου με τον Νοτιοαφρικανό καλλιτέχνη Ruan Hoffmann, ο οποίος έχει κάνει το κεραμικό μια από τις βασικές επιφάνειες της δουλειάς του. Ζωγραφίζει πάνω του όπως θα ζωγράφιζε σε χαρτί ή καμβά, με πρόσωπα, λέξεις, μικρές εξομολογήσεις και φράσεις που μοιάζουν να έχουν γραφτεί βιαστικά στο περιθώριο ενός σημειωματάριου. Το L’Amour Fou, με το ζωγραφισμένο πρόσωπο, το κατακόκκινο στόμα και τα γράμματα να τρέχουν στην επιφάνειά του, έχει αυτή την ωραία αμφισημία: δεν ξέρεις αν μιλά για τον μεγάλο έρωτα ή αν τον κοροϊδεύει λίγο.

Στο ίδιο τραπέζι υπάρχει και το λευκό Médaille Candle, με επίχρυσες ανάγλυφες παραστάσεις που θυμίζουν αρχαία νομίσματα. Η L’Objet ανατρέχει εδώ ευθέως στην αρχαία Ελλάδα, μεταφέροντας την εικόνα του μεταλλίου πάνω στην πορσελάνη. Έχει ενδιαφέρον να το βλέπεις στην Αθήνα, λίγα μέτρα από την Πανεπιστημίου, όχι ως αρχαιολογικό παράθεμα αλλά ως ένα πολυτελές αντικείμενο καθημερινής χρήσης που δανείζεται ένα οικείο εικονογραφικό λεξιλόγιο.

Στη Ralph Lauren Home αλλάζει αμέσως η ατμόσφαιρα. Ξύλο, ψάθα, δέρμα, μπλε και λευκές πορσελάνες, ασήμι, σκούρο πράσινο· ένα σπίτι που μοιάζει να έχει ιδιοκτήτη, ιστορία και συνήθειες. Αυτό είναι άλλωστε κάτι που ο Ralph Lauren κάνει από το 1983, όταν παρουσίασε την πρώτη ολοκληρωμένη συλλογή του για το σπίτι. Δεν αντιμετώπισε ποτέ το οικιακό αντικείμενο απομονωμένο από το περιβάλλον του: έχτισε δωμάτια και χαρακτήρες, από την αμερικανική εξοχή και τη Νέα Αγγλία έως πιο κοσμοπολίτικες εκδοχές κατοίκησης.

Ανάμεσα στις μπλε και λευκές πορσελάνες του attica βρίσκεται και ο Polo Bear, κεντημένος πάνω σε μαξιλάρι, με σακάκι, γραβάτα και παντελόνι ιππασίας. Ο αρκούδος εμφανίστηκε στον κόσμο του Ralph Lauren στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε έχει ντυθεί σχεδόν με ολόκληρη την γκαρνταρόμπα του δημιουργού του: με σμόκιν, πουλόβερ, σακάκια τουίντ, αθλητικά ρούχα, ακόμη και με εμφανίσεις που παραπέμπουν στον ίδιο τον Lauren. Είναι ένα αστείο που άντεξε περισσότερο από τρεις δεκαετίες και έγινε τελικά ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα του οίκου. Στο μαξιλάρι λειτουργεί ακριβώς όπως πρέπει: μια μικρή δόση αυτοσαρκασμού μέσα σε ένα κατά τα άλλα άψογα στημένο δωμάτιο.

Και μετά έρχεται ο Henning Koppel. Η μεταλλική κανάτα της Georg Jensen σχεδιάστηκε από έναν άνθρωπο που δεν ξεκίνησε ως σχεδιαστής αντικειμένων αλλά ως γλύπτης. Ο Koppel είχε σπουδάσει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Κοπεγχάγης και στο Παρίσι και άρχισε να συνεργάζεται με τον Georg Jensen το 1946. Οι φόρμες του κράτησαν κάτι από αυτή τη γλυπτική εκπαίδευση: η κανάτα δεν έχει σχεδόν καμία διακόσμηση, όμως το σώμα της φουσκώνει και στενεύει, η λαβή τραβιέται προς τα πίσω και ολόκληρο το αντικείμενο μοιάζει να έχει σχεδιαστεί με μία συνεχή κίνηση. Η πρώτη ασημένια εκδοχή της περίφημης κανάτας του Koppel, το σχέδιο 992, χρονολογείται από το 1952· δεκαετίες αργότερα η μορφή της εξακολουθεί να παράγεται σε ανοξείδωτο ατσάλι.

Στο πόστο της  Georg Jensen αξίζει να σταθεί κανείς και στον δίσκο του Verner Panton. Εδώ το μέταλλο μοιάζει να έχει λυγίσει και να έχει παγώσει τη στιγμή που κυματίζει. Ο Panton, από τις πλέον ριζοσπαστικές μορφές του δανέζικου σχεδιασμού του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, αγαπούσε το πλαστικό, τα έντονα χρώματα, τις καμπύλες και τους χώρους που σε κατάπιναν ολόκληροι· η σχέση του με τον Georg Jensen έδωσε αυτή την πολύ διαφορετική εκδοχή του σκανδιναβικού αντικειμένου, πιο αισθησιακή και λιγότερο αυστηρή.

Στον έκτο όροφο, βέβαια, η διαδρομή δεν εξαντλείται στα αντικείμενα αυτά. Οι Interni, MyCrown Collection, Room Service, Sandra Home Fashion και Objects of Desire by Parousiasi συμπληρώνουν τη νέα ενότητα του attica για το σπίτι απλώνοντας τις επιλγοές από τα έπιπλα και τον φωτισμό έως το τραπέζι, τα κρύσταλλα, τις πορσελάνες και τα μικρά διακοσμητικά αντικείμενα. Οκτώ διαφορετικά ονόματα, χωρίς την απαίτηση να υπηρετούν μία ενιαία αισθητική· και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του νέου χώρου, η δυνατότητα να περάσεις από πολύ διαφορετικές εκδοχές του σπιτιού και να φτιάξεις τελικά τη δική σου.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.