Φράνσις Μπέικον: Φωτογραφίες και μυστικά από το πάτωμα του εργαστηρίου του βγαίνουν στο φως

0

Φωτογραφίες φίλων και εραστών, παλαιστές, ιατρικές εικόνες, contact sheets σημαδεμένα με μπογιά: υλικό που βρέθηκε στο θρυλικό εργαστήριο του Φράνσις Μπέικον αποκαλύπτει σε μία έκθεση  τον κόσμο από τον οποίο γεννιόταν η ζωγραφική του. Κάποια από αυτά τα χαρτιά κάποτε προορίζονταν για τα σκουπίδια.

Bρίσκονταν πεταμένες στο πάτωμα, ανάμεσα σε σωληνάρια μπογιάς, κομμάτια καμβά, εφημερίδες και κάθε λογής σκουπίδια. Τσαλακώνονταν, πατιούνταν, πιτσιλίζονταν με χρώμα, άλλες κατέληγαν σε σακούλες για πέταμα. Σήμερα οι φωτογραφίες, τα contact sheets, τα αποκόμματα και τα άλλα χάρτινα κατάλοιπα από το εργαστήριο του Φράνσις Μπέικον στο 7 Reece Mews αντιμετωπίζονται ως πολύτιμα τεκμήρια μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες ζωγραφικές γλώσσες του 20ού αιώνα. Κάποια από εκείνα που σώθηκαν από τα σκουπίδια θα έφταναν να πουληθούν χρόνια αργότερα σε δημοπρασία, συνολικά πάνω από ένα εκατομμύριο λίρες.

Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο στην αξία που απέκτησαν. Βρίσκεται κυρίως σε όσα αποκαλύπτουν: τι κοιτούσε ο Μπέικον πριν ζωγραφίσει και τι συνέβαινε σε μια εικόνα από τη στιγμή που έμπαινε στο εργαστήριό του ώσπου, παραμορφωμένη πλέον, να εμφανιστεί με κάποιον τρόπο στον καμβά.

Αυτόν τον κόσμο ανοίγει τώρα στη Νέα Υόρκη η έκθεση «Out of Chaos. Paper from the floor of Francis Bacon’s Studio», που παρουσιάζει η Michael Hoppen Gallery στο Independent 20th Century, στο The Breuer της Madison Avenue, από τις 24 έως τις 27 Σεπτεμβρίου. Ο Βρετανός γκαλερίστας και συλλέκτης Μάικλ Χόπεν συγκέντρωνε επί περισσότερα από είκοσι χρόνια υλικό από τον ιδιωτικό και δημιουργικό κόσμο του Μπέικον. Μεγάλο μέρος του συνδέεται με το περίφημο εργαστήριό του και ορισμένα αντικείμενα προέρχονται κυριολεκτικά από το πάτωμά του. «Νιώθω σαν στο σπίτι μου μέσα σε αυτό το χάος, γιατί το χάος μού προτείνει εικόνες», είχε πει ο Μπέικον.

Ένα εργαστήριο 24 τετραγωνικών μέτρων Ο Μπέικον εγκαταστάθηκε στο 7 Reece Mews, στο Νότιο Κένσινγκτον, το 1961 και παρέμεινε εκεί μέχρι τον θάνατό του, το 1992. Το ατελιέ είχε διαστάσεις μόλις τέσσερα επί έξι μέτρα. Ανέβαινες από μια απότομη ξύλινη σκάλα και δίπλα βρισκόταν ο μικρός χώρος όπου ζούσε, με μια κουζίνα στην οποία η μπανιέρα βρισκόταν απέναντι από τον φούρνο. «Τη στιγμή που είδα αυτό το μέρος ήξερα ότι μπορούσα να δουλέψω εδώ», είχε πει.

Μέσα σε αυτά τα 24 τετραγωνικά μέτρα δημιουργήθηκε σταδιακά ένα απίστευτο οπτικό αρχείο χωρίς κανένα σύστημα ταξινόμησης. Βιβλία και περιοδικά για την τέχνη, την ιατρική, την πυγμαχία, τις ταυρομαχίες, τα ζώα, ακόμη και την κηπουρική. Φωτογραφίες φίλων και εραστών. Εικόνες από εφημερίδες. Αναπαραγωγές παλαιών έργων των μεγάλων της ζωγραφικής, των masters,  και των δικών του έργων. Ιατρικές απεικονίσεις, κινηματογραφικά καρέ, σώματα σε κίνηση.

Ο Μπέικον έσκιζε σελίδες, έκοβε και δίπλωνε εικόνες, σημείωνε και ζωγράφιζε επάνω τους. Κατά περιόδους η συσσώρευση ήταν τέτοια ώστε δυσκολευόταν να κινηθεί μπροστά στον καμβά. Η Βάλερι Μπέστον, η «Miss B», στενή φίλη και επί δεκαετίες ο σύνδεσμός του με την Marlborough Fine Art, και αργότερα ο Τζον Έντουαρντς, στενός φίλος, μοντέλο και τελικά κληρονόμος του, επιχειρούσαν κατά καιρούς να βάλουν κάποια τάξη στον χώρο.

Ο Χόπεν το περιγράφει ως μια μέθοδο που «προσκαλούσε την τύχη». Μια φωτογραφία μπορούσε να χαθεί για μήνες κάτω από άλλες και να ξαναβρεθεί αλλαγμένη, λερωμένη ή διπλωμένη. Δύο εικόνες που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους μπορούσαν να βρεθούν ξαφνικά η μία πάνω στην άλλη. Το πάτωμα λειτουργούσε σχεδόν σαν ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο μοντάζ.

Γιατί δεν ήθελε τα μοντέλα μπροστά του Για έναν ζωγράφο που ασχολήθηκε τόσο εμμονικά με το ανθρώπινο σώμα, ο Μπέικον είχε μια παράδοξη σχέση με τη ζωντανή παρουσία του μοντέλου. Προτιμούσε συχνά τη φωτογραφία. Επανερχόταν στις περίφημες φωτογραφικές μελέτες κίνησης του Έντουαρντ Μάιμπριτζ, σε κινηματογραφικά καρέ από το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αϊζενστάιν, σε ιατρικές απεικονίσεις και στο εγχειρίδιο Positioning in Radiography. Δίπλα σε αυτά βρίσκονταν φωτογραφίες των ανθρώπων της ζωής του.

Καθοριστική υπήρξε η σχέση του με τον Τζον Ντίκιν. Ο Μπέικον ανέθετε στον φωτογράφο να τραβά ανθρώπους που ήθελε να ζωγραφίσει, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να δουλέψει από την εικόνα τους. Ο Ντίκιν φωτογράφισε μεταξύ άλλων τον Τζορτζ Ντάιερ, τον Λούσιαν Φρόιντ, την Ιζαμπέλ Ρόουσθορν και την Ενριέτα Μοράες.

Εκτύπωση της φωτογραφίας της Μιούριελ Μπέλτσερ, ιδιοκτήτριας του Colony Room Club στο Σόχο, που τράβηξε ο Τζον Ντίκιν το 1963 και η οποία επίσης ανασύρθηκε από τις σακούλες με υλικό που είχε απομακρυνθεί από το Reece Mews © The John Deakin Archive Μετά τον θάνατο του Μπέικον βρέθηκαν στο εργαστήριο περισσότερες από 300 εκτυπώσεις του Ντίκιν. Ήταν κομμένες, τσαλακωμένες, λερωμένες με μπογιά, χρησιμοποιημένες. Είναι ενδιαφέρουσα η απόσταση ανάμεσα στο φωτογραφικό πορτρέτο και στον ζωγραφικό Μπέικον. Το πρόσωπο μπορούσε πρώτα να παραμορφωθεί ως αντικείμενο  -από το δίπλωμα, το σκίσιμο, μια κηλίδα- και ύστερα να παραμορφωθεί ξανά πάνω στον καμβά.

Στην έκθεση βρίσκεται και μία από τις γνωστότερες εικόνες του Ντίκιν από εκείνον τον κύκλο: Τίμοθι Μπέρενς, Λούσιαν Φρόιντ, Φράνσις Μπέικον, Φρανκ Άουερμπαχ και Μάικλ Άντριους γύρω από ένα τραπέζι στο Wheeler’s Restaurant στο Σόχο το 1961. Δεν βλέπουμε ακόμη κάποιους «μεγάλους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα». Βλέπουμε μια παρέα.

Η διάσημη φωτογραφία του 1963 με τους Τίμοθι Μπέρενς, Λούσιαν Φρόιντ, Φράνσις Μπέικον, Φρανκ Άουερμπαχ και Μάικλ Άντριους καθισμένους στο εστιατόριο Wheeler’s, στην Old Compton Street στο Σόχο © The John Deakin Archive Ο άλλος κόσμος του Μπέικον Ο Μπέικον κινούνταν ανάμεσα στο Colony Room Club της Dean Street, το Wheeler’s, το French House και τα μπαρ και εστιατόρια όπου συγκεντρωνόταν ένας ολόκληρος κόσμος ζωγράφων, φωτογράφων, συγγραφέων, μοντέλων, εραστών και ανθρώπων που δύσκολα χωρούσαν στις συμβάσεις της μεταπολεμικής Βρετανίας.

Η Μιούριελ Μπέλτσερ, η φοβερή ιδιοκτήτρια του Colony Room, εμφανίζεται σε φωτογραφίες του Ντίκιν που περιλαμβάνονται στην έκθεση. Ο Μπέικον ήταν από τις κεντρικές φυσιογνωμίες του κλαμπ. Ο Μάικλ Χόπεν, που γνώρισε το Σόχο ως νεαρός φωτογράφος στα τέλη της δεκαετίας του 1970, θυμάται μια περιοχή γεμάτη στούντιο κινηματογραφικού μοντάζ και διαφημιστικές εταιρείες, αλλά και strip clubs, σκοτεινές σκάλες, καφέ, αλκοόλ και ανθρώπους που έμοιαζαν να έλκονται εκεί χωρίς να έχει σχεδιάσει κανείς αυτή τη συνύπαρξη.

Οι αυτοπροσωπογραφίες του Βαν Γκογκ και του Φράνσις Μπέικον

Καρτ ποστάλ με αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ του 1889, πιτσιλισμένη με μελάνι, την οποία έστειλε ο Πίτερ Μπερντ στον Φράνσις Μπέικον τη δεκαετία του 1970 © The Estate of Peter Beard Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σχέσεις αυτού του κύκλου ήταν εκείνη του Μπέικον με τον Αμερικανό φωτογράφο και καλλιτέχνη Πίτερ Μπερντ. Γνωρίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και αντάλλασσαν για χρόνια φωτογραφίες, βιβλία, σχέδια και καρτ ποστάλ. Ο Μπέικον είχε εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα από τις φωτογραφίες νεκρών ελεφάντων που είχε τραβήξει ο Μπερντ στην Αφρική. Ο Μπερντ από την πλευρά του έστελνε φωτογραφίες του εαυτού του στον ζωγράφο, γνωρίζοντας ότι θα κατέληγαν μέσα στο τεράστιο οπτικό «κομπόστ» του Reece Mews.

Μετά τον θάνατο του Μπέικον βρέθηκαν εκεί περισσότερες από 200 φωτογραφίες του Μπερντ. Στην έκθεση «Out of Chaos» παρουσιάζεται το αυτοπορτρέτο του στο Bristol Hotel στο Πάντινγκτον, τραβηγμένο το 1975. Η φθαρμένη vintage εκτύπωση βρέθηκε στο πάτωμα του εργαστηρίου. Παρουσιάζεται επίσης το «The Last Man on Earth», με τον Μπέικον στο Reece Mews το 1974 ή 1975, μια φωτογραφία που φέρει δική του επιγραφή στην πίσω πλευρά.

Υπάρχει ακόμη μια καρτ ποστάλ με αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ, σταλμένη από τον Μπερντ στον Μπέικον τη δεκαετία του ’70 και πιτσιλισμένη με μελάνι. Αυτά τα αντικείμενα έχουν περάσει από χέρι σε χέρι, έχουν ταχυδρομηθεί, τσαλακωθεί, λερωθεί, εγκαταλειφθεί στο πάτωμα. Η φθορά τους είναι μέρος της ιστορίας τους.

Άγνωστος φωτογράφος, «Δύο άνδρες παλεύουν σε ένα στούντιο», περ. 1975. Τα σκουπίδια που ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο λίρες Ένας ηλεκτρολόγος ονόματι Μακ Ρόμπερτσον είχε γνωρίσει τον Μπέικον στο Zetland Arms. Όταν βρέθηκε στο Reece Mews και είδε υλικό που επρόκειτο να πεταχτεί, ρώτησε τον ζωγράφο αν μπορούσε να το κρατήσει. Ο Μπέικον συμφώνησε. Ο Ρόμπερτσον έφυγε με σακούλες γεμάτες από τα απομεινάρια του εργαστηρίου: φωτογραφίες, διαφάνειες, contact sheets, ημερολόγια, χαρτιά και κομμάτια καμβά. Τα κράτησε επί περίπου τρεις δεκαετίες.

Στις 24 Απριλίου 2007, 45 παρτίδες από αυτό το υλικό εμφανίστηκαν σε δημοπρασία του Ewbank’s στο Σάρεϊ. Η συνολική εκτίμηση ήταν περίπου 50.000 λίρες. Το συνολικό ποσό τελικά έφτασε τις 965.490 λίρες και, μαζί με την προμήθεια αγοραστή, περίπου το 1,13 εκατομμύρια λίρες.Ένα μικρό «Study for a Portrait», με εκτίμηση 12.000 έως 18.000 λίρες, έφτασε τις 470.000 μαζί με την προμήθεια. Μια μελέτη σκύλου, εκτιμημένη μόλις στις 2.000 έως 3.000 λίρες, πουλήθηκε για 305.500.

Ανάμεσα στα αντικείμενα βρισκόταν και το ημερολόγιο του Μπέικον για το 1971, τη χρονιά που ο εραστής του Τζορτζ Ντάιερ αυτοκτόνησε στο Παρίσι, δύο ημέρες πριν από τα εγκαίνια της μεγάλης αναδρομικής του Μπέικον στο Grand Palais. Το ημερολόγιο, με αναφορές στον θάνατο και την ταφή του Ντάιερ, είχε εκτιμηθεί στις 300 έως 500 λίρες. Πουλήθηκε για 2.000.

Το πορτρέτο του Φράνσις Μπέικον που τράβηξε ο Μάικλ Περγκολάνι το 1979, καλυμμένο με πιτσιλιές και σημάδια από χρώμα και μελάνι © Michael Pergolani Η ιστορία της δημοπρασίας περιλαμβάνει όμως ένα μικρό αντικείμενο που ίσως εξηγεί ολόκληρη τη δημιουργική μέθοδο του Μπέικον καλύτερα από τις εντυπωσιακές τιμές.Ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός δικού του πίνακα. Πάνω της είχε πέσει κίτρινο χρώμα. Σε φωτογραφίες του έργου μετά την ολοκλήρωσή του εμφανίζεται μια αντίστοιχη κίτρινη χειρονομία στη ζωγραφική επιφάνεια. Το ατύχημα πάνω στο χαρτί φαίνεται ότι του έδωσε μια ιδέα για τον καμβά. Η λερωμένη φωτογραφία πουλήθηκε για 3.600 λίρες, περίπου δέκα φορές πάνω από την εκτίμησή της.

Μια αρχαιολογική ανασκαφή μέσα σε ένα δωμάτιο Μετά τον θάνατό του, το χάος που εκείνος χρησιμοποιούσε χωρίς να χρειάζεται να το εξηγήσει μετατράπηκε σε αντικείμενο εξαντλητικής έρευνας. Το 1998 ο Τζον Έντουαρντς, κληρονόμος και στενός φίλος του Μπέικον, δώρισε το εργαστήριο στην Hugh Lane Gallery του Δουβλίνου. Αρχαιολόγοι, συντηρητές και ιστορικοί τέχνης αντιμετώπισαν τα 24 τετραγωνικά μέτρα σαν ανασκαφή.

Η θέση των αντικειμένων καταγράφηκε πριν μετακινηθούν. Χιλιάδες κομμάτια αριθμήθηκαν, φωτογραφήθηκαν και συσκευάστηκαν. Περίπου 7.000 αντικείμενα πέρασαν στο αρχείο: περίπου 1.500 φωτογραφίες, βιβλία, αποκόμματα, υλικά ζωγραφικής, σχέδια και περίπου εκατό καμβάδες που ο Μπέικον είχε καταστρέψει επειδή δεν ήταν ικανοποιημένος μαζί τους.

Print of an uncredited press photograph of Bacon leaving Marlborough Magistrates Court in London in June 1971, which Bacon has judiciously painted over with shades of grey paint Μαζί τους υπήρχε ακόμη και ένα παλιό κοτλέ παντελόνι. Ο Μπέικον χρησιμοποιούσε το ύφασμά του πάνω στη νωπή μπογιά για να δημιουργεί υφές. Μεταφέρθηκαν όμως και τα ίδια τα ίχνη του δωματίου, ώστε το εργαστήριο να ανακατασκευαστεί στο Δουβλίνο. Το 2001 άνοιξε στο κοινό στην Hugh Lane. Ένα περιβάλλον που λειτουργούσε ακριβώς επειδή ήταν ακατάστατο, ιδιωτικό και μεταβαλλόμενο είχε πλέον διατηρηθεί σχεδόν με αρχαιολογική ακρίβεια. Γιατί εκεί, μέσα στο χάος, έβρισκε τις εικόνες του.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.