Γιώργος Κουμεντάκης: Μια ασυνήθιστη συνέντευξη-περιήγηση στα άδυτα της Λυρικής, με άγνωστες προσωπικές ιστορίες, εξομολογήσεις και σχέδια για το μέλλον [βίντεο]

0

Επτά φλουριά από βασιλόπιτες, ένα κομποσκοίνι από το Άγιον Όρος, αναμνήσεις από τα νανουρίσματα της γιαγιάς του και μια απροσδόκητη εξομολόγηση για το πού θέλει να βρίσκεται σε δέκα χρόνια. Ακολουθήσαμε τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής, Γιώργο Κουμεντάκη, από το γραφείο του μέχρι τις αίθουσες προβών και τα παρασκήνια.

Στη μία άκρη ενός μεγάλου τραπεζιού, σχεδόν στριμωγμένος ανάμεσα σε χαρτιά και προσωπικά αντικείμενα, κάθεται ο Γιώργος Κουμεντάκης. Είναι το γραφείο του καλλιτεχνικού διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Όταν ανέλαβε, το 2017, ζήτησε να αντικατασταθεί από ένα τραπέζι συνεδριάσεων, καθώς δεν του άρεσε η σχέση που δημιουργούσε η εικόνα του διευθυντή καθισμένου απέναντι από τους ανθρώπους που έρχονταν να συζητήσουν μαζί του.

«Δεν μου άρεσε αυτή η σχέση που διαμορφωνόταν. Δηλαδή ο διευθυντής που κάθεται στο γραφείο και όλοι οι υπόλοιποι έρχονται για να λύνουμε τα θέματα. Οπότε ζήτησα να μου φέρουν ένα τραπέζι συνεδριάσεων, το οποίο χρησιμοποιούμε κάθε μέρα», εξηγεί. Μερικές φορές αλλάζει θέση και πηγαίνει στον καναπέ. «Είναι σαν να πηγαίνω σε ένα άλλο μέρος, πιο ευχάριστο. Ταξιδεύω μέσα σε αυτά τα λίγα τετραγωνικά αλλάζοντας διάθεση».

Έχει φτάσει στο γραφείο γύρω στις εννέα το πρωί. Οι υπογραφές εκείνη την ημέρα δεν είναι πολλές, τα προβλήματα όμως δεν σταματούν. «Κάθε δεκάλεπτο, κάθε τέταρτο υπάρχει και μια κρίση», λέει, περιγράφοντας τη συνθήκη που αντιμετωπίζει καθημερινά. «Τις περισσότερες φορές προσπαθώ να λύνω τα θέματα πριν έρθουν, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν τα καταφέρνεις πάντα. Όταν έχεις 800 άτομα στον οργανισμό, φαντάσου ο καθένας να έχει ένα πρόβλημα».

Η επίσκεψή μας δεν έχει προγραμματιστεί ως μια συνηθισμένη συνέντευξη. Του ζητάμε να μας δείξει όσα βρίσκονται γύρω του, να απαντήσει σε ερωτήσεις που δεν αφορούν απαραίτητα την επόμενη πρεμιέρα και να μας πάρει μαζί του στις πρόβες. Σε λίγο θα αφήσουμε το γραφείο, θα περάσουμε από την αίθουσα της ορχήστρας, θα συναντήσουμε μουσικούς και χορευτές και θα καταλήξουμε στα παρασκήνια της Εναλλακτικής Σκηνής, λίγο πριν αρχίσει η γενική δοκιμή του έργου του «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι».

Τον συναντήσαμε μία ημέρα πριν αναχωρήσει για τη Νέα Υόρκη, όπου στις 15 Οκτωβρίου η Εθνική Λυρική Σκηνή πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο Carnegie Hall, με τη συναυλία Nikos Kazantzakis: An Odyssey in Music. Στην Αθήνα, την ίδια περίοδο, παρουσιαζόταν στην Εναλλακτική Σκηνή το «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι», η μουσική και σκηνική του συνάντηση με την ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Τα επτά φλουριά, το κομποσκοίνι και το περίφημο τσαντάκι Πάνω στο τραπέζι υπάρχουν επτά φλουριά από βασιλόπιτες. Τα έχει κερδίσει, όπως μας λέει, επτά συνεχόμενες χρονιές, σε διαφορετικά σπίτια και συγκεντρώσεις. Τον ρωτάμε αν πιστεύει στα γούρια. «Και πιστεύω και δεν πιστεύω. Νομίζω ότι είναι μια καλή πρόθεση όταν σου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ειδικά όταν είναι πολλά άτομα και πέφτει σε σένα το φλουρί, είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο».

Δεν έχει κάποιο τελετουργικό πριν από τις πρεμιέρες, ούτε ένα συγκεκριμένο ρούχο που πρέπει οπωσδήποτε να φορέσει. Στο γραφείο του όμως υπάρχουν μικρές εικόνες, του Χριστού και του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ενώ στην τσέπη του έχει πάντοτε ένα κομποσκοίνι από το Άγιον Όρος, δώρο ενός φίλου και πνευματικού του. «Είναι συντροφιά», λέει, όταν τον ρωτάμε αν το αναζητά ασυναίσθητα σε στιγμές φόβου ή θυμού.

Από εκεί η κουβέντα φτάνει στο τσαντάκι που έχει πάντα μαζί του, με το διαβατήριο, την ταυτότητα και τα απαραίτητα προσωπικά του αντικείμενα. Μας το ανοίγει, σχολιάζουμε τις καινούργιες φωτογραφίες των εγγράφων του και καταλήγουμε να συζητάμε για το πόσο δύσκολο είναι να βγει κανείς καλά σε μια φωτογραφία ταυτότητας.

Το διαβατήριο γίνεται αφορμή να μιλήσουμε για την επικείμενη τότε συναυλία της Λυρικής στη Νέα Υόρκη, με έργα εμπνευσμένα από τον Νίκο Καζαντζάκη. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονταν συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη και του ίδιου του Κουμεντάκη, μεταξύ των οποίων και το «Amor Fati», που είχε γράψει με αφορμή παλαιότερη επέτειο για τον συγγραφέα.

«Ο αμανές έχει μια αποστασιοποίηση του συναισθήματος» Η συνομιλία μας περνά στη μουσική του και στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε τέσσερα ποιήματα του Καβάφη για το «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι», αξιοποιώντας τον αμανέ και τα ισοκρατήματα.

«Μου αρέσει πολύ ο αμανές γιατί έχει αυτή την αποστασιοποίηση, που δεν έχει τον θρήνο αλλά έχει τον πόνο, ενδεχομένως και την παρακμή και πολλά άλλα πράγματα. Μου αρέσει ότι ο αμανές έχει αυτή την αποστασιοποίηση του συναισθήματος. Είναι σαν να είσαι ψηλά και να τα βλέπεις όλα από πάνω, όλα αυτά τα συναισθήματα».

Μιλά για την ελευθερία του αμανέ, για έναν μουσικό χρόνο που μπορεί να διαρκέσει ένα λεπτό ή είκοσι, για την περιπέτεια των λέξεων και για μια σχεδόν μεταφυσική συνάντηση της μουσικής με την ποίηση.

«Με τη χρήση των ισοκρατημάτων, που παίζονται και από τους μουσικούς και από τους χορευτές, νομίζω ότι δημιουργείται μια πολύ ειδική συνθήκη για να αισθανθούμε την ποίηση της λέξης και τα νοήματα με έναν αρκετά εσωτερικό τρόπο, σχεδόν μεταφυσικό».

Λίγο αργότερα, ένα αρωματικό κερί στο γραφείο του, συνδεδεμένο με τον Καζαντζάκη, γίνεται αφορμή για μια εντελώς διαφορετική συζήτηση. Ποιες μυρωδιές θυμάται από την παιδική του ηλικία; «Είναι μυρωδιές που με έχουν απασχολήσει πολύ και στα έργα μου, όπως είναι ο δυόσμος, το φασκόμηλο, η ρίγανη. Βασικά τα βότανα τα οποία μοσχοβολούν. Έχω πολύ έντονες μνήμες. Έρχονται πολύ ωραία πράγματα από τις μυρωδιές. Ο Προυστ το λέει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο στο “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”. Οι μυρωδιές μάς συνδέουν με το παρελθόν και είναι κάτι που δεν το παραβλέπω στη ζωή μου. Συνεχώς κάτι μυρίζω».

Τα νανουρίσματα της γιαγιάς του και τα παραμύθια που επινοούσε Άραγε, ποια είναι πρώτη μουσική που άκουσε στη ζωή του. Θυμάται τις δύο γιαγιάδες του, την Κατερίνα και την Όλγα, και ιδιαίτερα τη φωνή της πρώτης.

«Η γιαγιά μου η Κατερίνα, Κατίνα, είχε πάρα πολύ ωραία φωνή, υπέροχη φωνή, που νομίζω ότι έχω πάρει από αυτήν». Τα νανουρίσματα ήταν από τα πρώτα του μουσικά ακούσματα, μαζί με τους βυζαντινούς ύμνους στην εκκλησία, που επίσης θυμάται πολύ έντονα. Αργότερα, όταν μεγάλωσαν τα ανίψια του, βρέθηκε ο ίδιος στη θέση του αφηγητή. Τους τραγουδούσε αυτοσχέδια νανουρίσματα και επινοούσε παραμύθια, συχνά χρησιμοποιώντας πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας.

«Ήταν της στιγμής, ανάλογα με τα παιχνίδια που είχαν μπροστά τους. Ο ανιψιός μου ο Ανδρέας είχε τεράστιο πάθος με τη μυθολογία. Έπαιρνα διάφορα μυθολογικά πρόσωπα και έφτιαχνα άλλες ιστορίες. Και μετά μου έλεγε: “Πού τα διάβασες αυτά; Αυτό δεν είναι έτσι”».

Θα μπορούσε, άραγε, να χαρακτηρίσει τον εαυτό του αφηγητή περισσότερο από συνθέτη; «Ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο που πρέπει να έχει ιδιαίτερη φαντασία. Για να αφηγηθείς ιστορίες δεν είναι μια απλή διαδικασία, πρέπει να έχεις την αντίστοιχη ικανότητα. Πιστεύω ότι ένα μέρος αυτής της αφήγησης, που είναι και λίγο παιχνίδι, όλος αυτός ο αυτοσχεδιασμός, υπάρχει πάρα πολύ και στη μουσική μου και στον τρόπο που σκέφτομαι και στις γρήγορες λύσεις που μπορώ να βρίσκω».

Και τι μουσική ακούει ο ίδιος για να χαλαρώσει; «Δεν ακούω μουσική για να χαλαρώσω καθόλου. Δεν υπάρχει αυτό στη ζωή μου. Αυτό που με χαλαρώνει πολύ είναι η σιωπή».

Η Φανί Αρντάν και τα χρόνια στη Λυρική Βγαίνουμε από το γραφείο και κατεβαίνουμε στην αίθουσα της ορχήστρας, όπου παρακολουθούμε για λίγο την πρόβα της όπερας «Ο Ορφέας» του Μοντεβέρντι, σε σκηνοθεσία του Ουίλιαμ Κέντριτζ. Ο Κουμεντάκης συζητά με τον νεαρό μαέστρο, τον Κωνσταντίνο Τερζάκη,  για την ενορχήστρωση και το ύφος του έργου, ενώ λίγο αργότερα μας εξηγεί πόσο σημαντική υπήρξε για τον ίδιο η συστηματική ανάδειξη νέων καλλιτεχνών από την πρώτη χρονιά που ανέλαβε τη Λυρική.

Έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τότε. Τον ρωτάμε αν είχε φανταστεί πού θα μπορούσε να φτάσει ο οργανισμός. «Φυσικά αιφνιδιάστηκα. Δεν είχα στο μυαλό μου αυτή την εικόνα που έχουμε σήμερα, καθόλου. Είχα τις σκέψεις μου, είχα τα οράματά μου. Πολλά από αυτά πραγματοποιήθηκαν, άλλα ήρθαν ανέλπιστα. Ήταν καλύτερα από αυτά που φανταζόμουν και κάποια ήταν πολύ χειρότερα, όπως συμβαίνει πάντα. Προσωπικά κρατάω τα καλά. Όλα τα υπόλοιπα έχω την τάση να τα αφήνω πίσω».

Ο προγραμματισμός του οργανισμού προχωρά ήδη αρκετά χρόνια μπροστά και ο ίδιος αισθάνεται ότι έχει ακόμη ιδέες και νέες κατευθύνσεις να προτείνει. Από τους πολλούς διεθνείς καλλιτέχνες που γνώρισε στη διάρκεια της θητείας του, υπάρχει κάποιος που τον γοήτευσε περισσότερο;

Η απάντηση έρχεται αμέσως: η Φανί Αρντάν. «Σίγουρα το πιο γοητευτικό πρόσωπο, το λέω έτσι άμεσα, χωρίς να το σκεφτώ, ήταν η Φανί Αρντάν. Γιατί είναι ένας άνθρωπος πολύ ντόμπρος. Είναι ένας άνθρωπος που ό,τι σκέφτεται το λέει με παρρησία. Μου αρέσουν πάρα πολύ οι σκέψεις της γιατί δεν μπαίνει καθόλου στη διαδικασία να φέρεται διπλωματικά και να αλλάζει τις σκέψεις της ανάλογα με το ποιον μιλάει. Επίσης έχει αδιανόητο ταλέντο». Η συνεργασία τους, όπως αφήνει να εννοηθεί, δεν έχει ολοκληρωθεί. «Νομίζω ότι κάτι θα υπάρξει ακόμα», μας λέει.

H Φανί Αρντάν με τον Γιώργο Κουμεντάκη Ο χορός, ο Καβάφης και μια προσωπική εξομολόγηση Στους χώρους της Εναλλακτικής Σκηνής συναντάμε τους μουσικούς και τους χορευτές που ετοιμάζονται για τη γενική δοκιμή του «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι». Ο Κουμεντάκης τούς χαιρετά, ανταλλάσσει λίγες κουβέντες και, όταν τον ρωτάμε αν χορεύει ο ίδιος, αποκαλύπτει μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ζωής του.

«Παλιά χόρευα. Όταν ήμουν μικρός, σε όλους τους κρητικούς χορούς ήμουν πάντα μπροστά, σε όλες τις επιδείξεις και όλα αυτά που κάναμε στο σχολείο και όχι μόνο. Μου άρεσε να χορεύω. Ντρεπόμουν πάντα, αλλά χόρευα. Και επίσης έκανα χορό για αρκετά χρόνια».

Κλασικό και σύγχρονο χορό, διευκρινίζει, πριν συνεχίσουμε τη διαδρομή μας στα παρασκήνια. Τον ρωτώ «Καβάφης ή Παπαδιαμάντης;». Η ερώτηση προκύπτει σχεδόν αυτονόητα από δύο έργα του: το πρόσφατο «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι», πάνω στην ποίηση του Καβάφη, και τη «Φόνισσα», την όπερά του βασισμένη στο έργο του Παπαδιαμάντη, που μόλις παρουσιάστηκε και στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε νέα μορφή μελοδράματος. Δεν θέλει να επιλέξει ανάμεσά τους.

Η αναφορά στον Καβάφη, ωστόσο, τον οδηγεί σε μια πολύ προσωπική εξομολόγηση. «Ο Καβάφης, νομίζω, περισσότερο και για προσωπικά θέματα τα οποία με απασχολούσαν από τη νεότητά μου, από την εφηβεία μου. Η γραφή του είναι σημείο ζωής. Μου έχει αλλάξει πάρα πολλά πράγματα στη ζωή μου. Με έχει βοηθήσει πάρα πολύ να ξεπεράσω φόβους. Είναι μια στάση ζωής την οποία νομίζω ότι την έχω επεξεργαστεί και την υπηρετώ αρκετά».

Η γενική δοκιμή πρόκειται να αρχίσει και πρέπει να τον αποχαιρετήσουμε. Προλαβαίνουμε μία τελευταία ερώτηση: πού θα ήθελε να βρίσκεται σε δέκα χρόνια από σήμερα, αν ξανασυναντιόμασταν; «Θα ήθελα μάλλον να επανέλθω, και αυτό θα το κάνω σχετικά σύντομα, στην Τήνο, που την έχω αγαπήσει πάρα πολύ. Εκεί θέλω να συνεχίσω τη ζωή μου και ελπίζω να τα πούμε σε δέκα χρόνια, να είμαστε ζωντανοί και υγιείς και να ξαναβρεθούμε σε αυτό το υπέροχο, μοναδικό περιβάλλον των Κυκλάδων».

Η πρόβα αρχίζει. Ο Γιώργος Κουμεντάκης επιστρέφει στους μουσικούς και τους χορευτές του, ενώ εμείς φεύγουμε έχοντας γνωρίσει έναν άνθρωπο που, ακόμη και μέσα στο απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα της διεύθυνσης ενός μεγάλου πολιτιστικού οργανισμού, εξακολουθεί να επιστρέφει στις ίδιες προσωπικές αναφορές: στη μουσική που άκουγε παιδί, στην ποίηση που τον διαμόρφωσε, στις μυρωδιές που ανακαλούν το παρελθόν και σε ένα νησί όπου τοποθετεί το μέλλον του.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.