Υπάρχει κάτι βαθιά παρωχημένο στο να θεωρούμε ακόμη αστείο έναν άνθρωπο επειδή στέκεται μπροστά σε ένα έργο τέχνης και προσπαθεί να το καταλάβει. Κι όμως, πάνω σε αυτή την παλιά, ανθεκτική καρικατούρα του «κουλτουριάρη» μοιάζει να χτίζεται το τρέιλερ με το οποίο συστήνεται το νέο «Στούντιο 4» της ΕΡΤ.
Πρόκειται για την καθημερινή εκπομπή της ΕΡΤ1 που φέρνει μαζί από τις 7 Σεπτεμβρίου δύο από τα πλέον αναγνωρίσιμα και καταξιωμένα πρόσωπα της ελληνικής τηλεόρασης, τον Χρήστο Φερεντίνο και την Κατερίνα Καραβάτου.
Το σκηνικό είναι ένας χώρος τέχνης, η εικόνα μελετημένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Μπροστά τους, ακίνητος, ολόλευκος, με το χέρι στο πηγούνι, κάθεται ο Γιάννης Κορδώνης, γνωστός για το καυστικό, εύστοχο χιούμορ του, μεταμορφωμένος σε μια αρχαιοπρεπή, ζωντανή παραλλαγή του «Σκεπτόμενου» του Ροντέν. Στον τοίχο πίσω του βρίσκεται η «Femme nue aux bras levés» («Γυμνή γυναίκα με σηκωμένα χέρια») του Pablo Picasso. Ακούγεται το περίφημο «Flower Duet» από τη «Lakmé» του Léo Delibes. Η Καραβάτου και ο Φερεντίνος κοιτούν επίμονα τη λευκή φιγούρα και προσπαθούν να την ερμηνεύσουν.
«Εσένα τι σου λέει;», ρωτά εκείνη. «Νομίζω ότι είναι η αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου να αντιμετωπίσει την αλλοτρίωση της ζωής», απαντά ο Φερεντίνος. «Εσένα;». «Νιώθω πως είναι η αποδόμηση του οντολογικού κενού», λέει η Καραβάτου. «Κενού είπες;». «Ναι». «Μπορεί».
Λίγο αργότερα, ο μέχρι τότε ακίνητος «Σκεπτόμενος» στρέφει ξαφνικά το κεφάλι προς το μέρος τους, εκείνοι τρομάζουν και εμφανίζεται το μήνυμα: «Στούντιο 4 με τον Χρήστο Φερεντίνο και την Κατερίνα Καραβάτου. Ζωντανεύει τον Σεπτέμβριο στο νέο πρόγραμμα της ΕΡΤ1».
Το εύρημα είναι σαφές: ο «Σκεπτόμενος» ζωντανεύει και μαζί του «ζωντανεύει» το «Στούντιο 4». Οι φράσεις που προηγούνται είναι προφανώς εσκεμμένα υπερβολικές, ένα μικρό ανθολόγιο βαρύγδουπων εκφράσεων που έχουμε συναντήσει σε παλαιότερες ή ακαδημαϊκές τεχνοκριτικές, συμπυκνωμένες εδώ ώστε να ακούγονται τόσο περισπούδαστες, ώστε τελικά να γίνονται αστείες.
Και κάπου εκεί γεννιέται η ενόχληση. Όχι επειδή η τέχνη πρέπει να περιβάλλεται από κάποια ζώνη προστασίας ούτε επειδή ο Picasso και ο Rodin απαγορεύεται να γίνουν αντικείμενο χιούμορ. Κάθε άλλο. Η ίδια η τέχνη έχει αποδειχθεί πολύ πιο ασεβής απέναντι στις ιερές αγελάδες της από οποιοδήποτε τηλεοπτικό τρέιλερ. Το ερώτημα είναι πού ακριβώς πέφτει εδώ το βάρος του αστείου.
Η ακαταμάχητη φιγούρα του «κουλτουριάρη» Το «Κενού είπες; – Ναι. – Μπορεί» είναι η στιγμή κατά την οποία το αστείο κλείνει το μάτι στον θεατή: μην ανησυχείς, ούτε αυτοί ξέρουν. Και πίσω από αυτό βρίσκεται ένας πολύ παλιός διαχωρισμός ανάμεσα στους «κανονικούς» ανθρώπους και στους μυημένους, στους ειδικούς και στους κριτικούς που κατέχουν έναν κώδικα δυσνόητο για τους πολλούς και μιλούν μια γλώσσα η οποία ενίοτε μοιάζει να επιβεβαιώνει περισσότερο τη δική τους θέση παρά να φωτίζει το έργο.
Ασφαλώς αυτή η γλώσσα υπήρξε και υπάρχει. Η τεχνοκριτική έχει παράξει άφθονη δυσνόητη, αυτάρεσκη γραφή, όπως κάθε πεδίο ειδικών έχει δημιουργήσει τη δική του διάλεκτο και κατά καιρούς έχει κρυφτεί πίσω από αυτήν. Η σάτιρά της όχι μόνο είναι θεμιτή, μπορεί να είναι και εξαιρετικά εύστοχη. Είναι όμως αυτή η προτεραιότητα της νέας εκπομπής στην δημόσια τηλεόραση, που αυτή τη στιγμή δεν έχει εκπομπή αφιερωμένη στον Πολιτισμό; Ενδιαφέρον…
Ο κινηματογράφος φυσικα έχει διασκεδάσει πολύ με τον κόσμο της τέχνης, συχνά με πολύ πιο δηλητηριώδη τρόπο. Στο «The Square» του Ruben Östlund, που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2017, ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης γίνεται το ιδανικό εργαστήριο για να σατιριστούν η αυτάρεσκη γλώσσα, οι επιμελητές, οι χορηγοί, το marketing, οι performances, το χρήμα και οι αντιφάσεις ενός ολόκληρου πολιτιστικού οικοσυστήματος.
Στο «Velvet Buzzsaw» του Dan Gilroy, ο Jake Gyllenhaal υποδύεται έναν πανίσχυρο, νάρκισσο κριτικό, ικανό με μερικές γραμμές να εκτοξεύσει ή να καταστρέψει μια καριέρα, μέσα σε έναν κόσμο γκαλεριστών, εμπόρων, συλλεκτών και κριτικών όπου η τέχνη έχει γίνει status, εξουσία και χρήμα.
Εκεί, όμως, η σάτιρα έχει συγκεκριμένο στόχο: την αυταρέσκεια, την υποκρισία, την εμπορευματοποίηση, την εξουσία του ειδικού, την κλειστή γλώσσα ενός συστήματος που συχνά μοιάζει να συνομιλεί μόνο με τον εαυτό του. Άλλο να χτυπάς όλα αυτά και άλλο να επιστρέφεις στην παλιά, βολική καρικατούρα του ανθρώπου που στέκεται μπροστά σε ένα έργο, επιχειρεί να το ερμηνεύσει και καταλήγει να εκφέρει πομπώδεις ανοησίες.
Στιγμιότυπο από το Velvet Buzzsaw Γιατί αυτή η καρικατούρα ακουμπά μία από τις βαθύτερες ανασφάλειες που συνοδεύουν τη σχέση μεγάλου μέρους του κοινού με την τέχνη: «δεν θα την καταλάβω», «δεν ξέρω αρκετά», «υπάρχουν άλλοι που ξέρουν τι πρέπει να δω». Και, ακόμη χειρότερα, αν επιχειρήσω κι εγώ να μιλήσω γι’ αυτό που βλέπω, μήπως γίνω γελοίος;
To παράδειγμα του ΝΕΟΝ: Φέρνοντας την τέχνη δίπλα στον πολίτη Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο. Εδώ και δεκαετίες τα μουσεία διεθνώς επιχειρούν να γκρεμίσουν ακριβώς αυτή την απόσταση ανάμεσα στο έργο και στον μη ειδικό θεατή: να τον κάνουν να αισθανθεί ότι δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης ούτε να γνωρίζει το «σωστό» λεξιλόγιο, ότι δικαιούται να αναρωτηθεί, να απορήσει, να συγκινηθεί, να διαφωνήσει, να μην καταλάβει και να προσπαθήσει να καταλάβει. Η τέχνη δεν είναι διαγώνισμα και το μουσείο δεν είναι αίθουσα εξετάσεων.
Στην Ελλάδα, μια ουσιαστική μετατόπιση προς αυτή την κατεύθυνση συντελείται από το 2013, όταν ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος ίδρυσε, με διευθύντρια την Ελίνα Κουντούρη, τον ΝΕΟΝ. Η σύγχρονη τέχνη βγήκε από τα αυστηρά όρια των θεσμικών χώρων και συνάντησε το κοινό σε αρχαιολογικούς χώρους, δημόσια κτίρια και σημεία της πόλης, συχνά μέσα από έργα κορυφαίων διεθνών και Ελλήνων καλλιτεχνών και πάντα με ελεύθερη πρόσβαση. Άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν περάσει ποτέ το κατώφλι ενός μουσείου βρέθηκαν ξαφνικά απέναντι στη σύγχρονη τέχνη χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να αποδείξουν ότι γνωρίζουν πώς πρέπει να την κοιτάξουν.
Αυτό υπήρξε ίσως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του ΝΕΟΝ: δημιούργησε συναντήσεις και, μαζί τους, ένα νέο κοινό για την τέχνη. Καθώς ο οργανισμός ολοκληρώνει τη δράση του με τη μεγάλη έκθεση που θα εγκαινιάσει την επαναλειτουργία του Παλαιού Μουσείου της Ακρόπολης στα τέλη Σεπτεμβρίου με έργα του Μάικλ Ράκοβιτς, η επιστροφή στην οθόνη μιας καρικατούρας που ενισχύει ακριβώς την απόσταση την οποία τέτοιες πρωτοβουλίες προσπάθησαν επί χρόνια να καταργήσουν μοιάζει ακόμη πιο αναχρονιστική.
Το οντολογικό κενό στα χρόνια της τηλεόρασης
Και θα περίμενε κανείς περισσότερη φαντασία από το τρέιλερ μιας νέας εκπομπής με τον Χρήστο Φερεντίνο και την Κατερίνα Καραβάτου. Πρόκειται για δύο παρουσιαστές με μακρά διαδρομή, αναγνωρισιμότητα και μεγάλο κοινό, που δεν έχουν ανάγκη να φωνάξουν για να τραβήξουν την προσοχή. Το «Στούντιο 4» άλλωστε τοποθετείται ανάμεσα στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία και προαναγγέλλει, μεταξύ άλλων, κοινωνικές, πολιτιστικές, ιστορικές και κινηματογραφικές βόλτες.
Δεν υπάρχει λόγος λοιπόν να κατασκευάζουμε μια αντίθεση ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στον πολιτισμό. Η καλή τηλεόραση μπορεί να είναι ανάλαφρη και ευφυής, λαϊκή και καλλιεργημένη, αστεία και ουσιαστική ταυτόχρονα. Και η τέχνη μπορεί -και πρέπει- να αντέχει το χιούμορ, την ειρωνεία, ακόμη και την ασεβή σάτιρα.
Ο Γιάννης Κορδώνης τελικά ζωντανεύει, κοιτάζει τους δύο παρουσιαστές και εκείνοι τρομάζουν. Το «Στούντιο 4» επίσης «ζωντανεύει» τον Σεπτέμβριο. Το διαφημιστικό εύρημα έχει ολοκληρωθεί. Και μένει μια πολύ απλούστερη απορία από το «οντολογικό κενό»: γιατί εξακολουθούμε να γελάμε τόσο εύκολα με κάποιον που κοιτάζει ένα έργο τέχνης, σκέφτεται και προσπαθεί να μιλήσει γι’ αυτό;
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο